Τετάρτη, 4 Δεκεμβρίου 2013

Η εικόνα της Γεννήσεως

Γέννηση
έτος 1546
Mονή Σταυρονικήτα
Ξύλο, αυγοτέμπερα, 53 x 34 εκ.
Kρητική σχολή. Θεοφάνης ο Kρής
 

Στην εικόνα της Γεννήσεως, που δεν διατηρεί τις αρχικές σε πλάτος διαστάσεις, δεσπόζει στη σύνθεση το βραχώδες σπήλαιο, που πυργώνεται σάν φλόγα. Στο κέντρο της σύνθεσης πάνω σ' ένα πλάτωμα, που δημιουργείται μπροστά στην είσοδο του σπηλαίου, εικονίζεται η Παναγία γονατιστή, και όχι ξαπλωμένη, όπως συνηθίζεται, με τα χέρια σταυρωμένα πρό του στήθους, προσκυνώντας τον Xριστό, που βρίσκεται στο σπήλαιο μέσα σε χαμηλή μαρμάρινη φάτνη. Πίσω από τη φάτνη τα δύο ζώα θερμαίνουν με την πνοή τους το θείο βρέφος, προς το οποίο κατευθύνεται μια πλατιά φωτεινή δέσμη θεϊκού φωτός από το άστρο. Γύρω και κάτω από το σπήλαιο είναι τοποθετημένες συμμετρικά οι δευτερεύουσες σκηνές, οι εμπνευσμένες από τα Eυαγγέλια, κανονικά και απόκρυφα, και οι οποίες πλαισιώνουν και συμπληρώνουν το κύριο θέμα της Γεννήσεως. Kάτω αριστερά εικονίζεται καθισμένος ο Iωσήφ σκεφτικός και απομονωμένος, συνοδευόμενος από ένα γέροντα βοσκό, που στηρίζεται στο ραβδί του. Kάτω δεξιά είναι τοποθετημένη η σκηνή του λουτρού, η οποία απορρέει από το απόκρυφο Eυαγγέλιο του Iακώβου. H σκηνή απαρτίζεται από τη μαία, δεξιά, μια γυναίκα ηλικιωμένη που κάθεται καταγής, κρατώντας στην αγκαλιά της τον Xριστό, ενώ παράλληλα δοκιμάζει τη θερμοκρασία του νερού στην κολυμπήθρα. Aριστερά της κολυμπήθρας μια νέα γυναίκα, η Σαλώμη, χύνει νερό από ένα σταμνί. Πίσω από τη μαία διακρίνονται μία γάτα και ένα σκυλί που δε σώζονται ολόκληρα.
Αμέσως δεξιά από τη φάτνη ένας νεαρός βοσκός, στεφανωμένος, παίζει φλογέρα μπροστά από μια ομάδα προβάτων. Λίγο πιο πάνω ένας άλλος βοσκός, που είναι όρθιος, δέχεται από έναν άγγελο το χαρμόσυνο μήνυμα, ενώ αριστερά της κορυφής ένας πυκνός όμιλος αγγέλων εικονίζεται δοξολογών. στην ίδια πλευρά, αλλά σε χαμηλότερο επίπεδο οι τρεις μάγοι έρχονται έφιπποι για να προσκυνήσουν, ατενίζοντας το άστρο που τους οδηγεί. Πάνω στο χρυσό βάθος της εικόνας, που επιστέφεται με ένα γαλάζιο τοξωτό πλαίσιο, είναι γραμμένη η ακόλουθη επιγραφή: H ΓENNHΣIΣ TOY X(PIΣTO)Y.
Από εικονογραφική άποψη η εικόνα της Γεννήσεως, εάν εξαιρέσουμε την στάση της Παναγίας, εντάσσεται στην παράδοση της κρητικής σχολής του 15ου αιώνα, που διαμορφώθηκε την περίοδο αυτή με βάση παλαιολόγεια πρότυπα (Xατζηδάκης 1977, αρ. 39, πίν. 35, 97. Xατζηδάκης 1986 (1), σ. 78-79. From Byzantium toEl Greco, 1987, αρ. 30. Xατζηδάκη 1993, αρ. 12).
Eιδικότερα η εικόνα της Mονής Σταυρονικήτα, που έχει το αυτό εικονογραφικό σχήμα με την τοιχογραφία της Γεννήσεως στο Kαθολικό της Mονής (1545-1546), εάν εξαιρέσουμε την Παναγία που είναι γονατιστή και όχι ξαπλωμένη, τόσο στο γενικό εικονογραφικό σχήμα, όσο και στις λεπτομέρειες απορρέει από την σκηνή της Γεννήσεως της εικόνας της Δεήσεως με το Δωδεκάορτο, έργο του Nικόλαου Pίτζου γύρω στο 1500, που βρίσκεται στο Σεράγεβο (Xατζηδάκης 1977, πίν. 202). Θά πρέπει ωστόσο να σημειώσουμε ότι το θέμα της γονατιστής Παναγίας, που δεν είναι οικείο στην εικονογραφία της Γεννήσεως στην τέχνη της Oρθόδοξης Aνατολής, εμφανίζεται για πρώτη φορά σε έργα της κρητικής σχολής του 15ου αιώνα, όπως είναι η σκηνή της Γεννήσεως στο τρίπτυχο του Nικ. Tζαφούρη (1489-1507) στην Πετρούπολη (Chatzidakis 1974 (2), πίν. IZ', 1-2). Aπό την παράδοση αυτή αντλεί ο Θεοφάνης τον εικονογραφικό τύπο της γονατιστής Παναγίας, τον οποίον χρησιμοποιεί όχι μόνο στην εικόνα της Γεννήσεως του Δωδεκαόρτου, αλλά και στην ομώνυμη τοιχογραφία στο Kαθολικό της Mονής (Πατρινέλης - Kαρακατσάνη, Θεοχάρη 1974, σ. 70. Xατζηδάκης 1986, σ. 71, εικ. 83).
πηγή Bιβλιογραφία: Chatzidakis 1969-1970, εικ. 69. Πατρινέλης - Kαρακατσάνη - Θεοχάρη 1974, σ. 70, εικ. 16. Tο Δωδεκάορτο, αρ. 2.

Τετάρτη, 27 Νοεμβρίου 2013

Ο Πάμπλο Πικάσο αποκάλυψε: "Είμαι ένας απατεώνας"

Ο επιφανής ζωγράφος Πάμπλο Πικάσο σε συνέντευξή του στο συγγραφέα Τζιοβάνι Παπίνι είπε:
«Στην τέχνη, ο λαός δεν αναζητά πλέον ανακούφιση και εξύψωση. Αλλά οι
λεπτεπίλεπτοι, οι πλούσιοι, οι αργόσχολοι, αναζητούν το καινούργιο, το παράδοξο,
το πρωτότυπο, το ασυνήθιστο, το σκανδαλώδες. Και εγώ, από τον κυβισμό και
έπειτα, ικανοποίησα τους σοφούς και τους κριτικούς με όλες τις

ευμετάβλητες σαχλαμάρες που μου έρχονται στο κεφάλι,
και όσο λιγότερο με καταλάβαιναν τόσο περισσότερο με θαύμαζαν. Με το να διασκεδάζω με αυτά τα παιχνίδια, αυτές τις κουταμάρες, αυτές τις σπαζοκεφαλιές, έγινα διάσημος και μάλιστα πολύ γρήγορα. Και η διασημότης για ένα ζωγράφο σημαίνει πωλήσεις,
κέρδη, περιουσία, πλούτη. Και σήμερα -όπως ξέρεις- είμαι διάσημος, είμαι πλούσιος.
Αλλά όταν βρίσκομαι μόνος με τον εαυτό μου, δεν έχω το κουράγιο να θεωρούμαι
καλλιτέχνης με τη μεγάλη και την παλιά σημασία της λέξεως. Αυτοί ήσαν μεγάλοι
ζωγράφοι, ο Τζιότο, ο Ρέμπραντ, ο Τισιανός, ο Γκόγια.  

Δεν είμαι παρά ένας κοινός σαλτιμπάγκος, που κατάλαβε το πνεύμα των καιρών του και εξήντλησε όσο καλύτερα μπορούσε τη βλακεία, τη ματαιοδοξία, τη φιλοχρηματία των συγχρόνων του. Είναι πικρή η εξομολόγηση μου, πιο βλαβερή απ' όσο φαίνεται, αλλά έχει τη χάρη να είναι ειλικρινής».
(«Δημοσιογραφική» τεύχος Μαρτίου 1999, διά περισσότερα εις «Βήμα» 14-3-1999)

πηγή

Δευτέρα, 9 Σεπτεμβρίου 2013

Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΗΣ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗΣ


Η ζωγραφική είναι η τέχνη της απεικόνισης του κόσμου πού ζούμε αλλά και του κόσμου της φαντασίας μας.
Η μια πλευρά, αυτή πού έχει να κάνει με τον κόσμο πού βλέπουμε και νοούμε, και όσοι ζωγράφοι καταπιάνονται με τέτοια έργα, σχετίζετε με την λογική μας. Είναι η ανάγκη να αποδώσουμε την ομορφιά πού καθρεπτίζουν τά μάτια μας μέσα μας.
 Για τον λόγο λοιπόν αυτόν,  ότι  ζωγραφίζουμε αντιγράφοντας την φύση , είναι πάντα ωραίο , αποδεκτό, θαυμαστό , και συνήθως  ο καλλιτέχνης πού το  δημιούργησε χαρακτηρίζετε από το ευρύ κοινό  , Ζωγράφος.
Παρατηρούμε λοιπόν πώς αυτό πού συμμετέχει σε αυτήν την έκφραση, ζωγραφίζοντας τοπία, ανθρώπους , ζώα, άνθη, σπίτια , δρόμους, είναι  η αίσθηση της οράσεως.  Αυτό πού βλέπουμε και το εκφράζουμε με το πινέλο είναι η ανάγκη να  διαιωνίσουμε την όμορφη εκείνη εικόνα πού αντικρίζουμε  και μας αγγίζει μέσα μας. Μας  συγκινεί.
Τώρα,  ο κλασσικός ζωγράφος εννοείτε πώς  πάντα βάζει την φαντασία του ,  δεν είναι φωτογράφος.  Έτσι βλέπουμε ότι σε ένα τοπίο , ο δημιουργός του έργου , βλέπει τά χρώματα , τά σύννεφα, τά βουνά, το νερό, τά πουλιά πού πετούν, τά λουλούδια, με έναν δικό του τρόπο. Τελείως προσωπικό.  Ακόμα και η σύνθεση πού θα κάνει δύο διαφορετικών θεμάτων πού θα αποδώσουν ένα νέο τελείως θέμα αφορά την συμμετοχή της φαντασίας.
Όταν  ‘όμως ο καλλιτέχνης ζωγραφίζει  από τον κόσμο της φαντασίας του και μόνο , αφορά τον εσωτερικό και μόνο κόσμο του. Είναι η έκφραση του τι και πώς νοιώθει τά πράγματα του εξωτερικού κόσμου πού ερεθίζουν τις αισθήσεις του.  Όλες οι αισθήσεις λαμβάνουν μέρος. Μπορεί  η όσφρηση από  μόνη της να ερεθίσει την δημιουργικότητα του. Ένα άρωμα είναι ικανό να του γεννήσει πάρα πολλές εικόνες. Ένα συναίσθημα  πού  έχει ως αφορμή αναδύσεως από το άκουσμα  μιάς μελωδίας.  Η αίσθηση ενός αγγίγματος  μπορεί να τον παρασύρει να πιάσει τον χρωστήρα και να ανακατέψει τά χρώματα πάνω στον καμβά για να βγάλει την φαντασία του.
Αυτός όμως ο καλλιτέχνης πού ζωγραφίζει μόνο από τον κόσμο της φαντασίας του , δεν είναι πάντα αποδεκτός από το ευρύ κοινό.   
Έτσι λοιπόν βλέπουμε πώς από την μια ο ζωγράφος  πού αποδίδει κλασικά είναι και πιο εύκολο να γίνει εμπορικός ζωγράφος, ενώ  αυτός πού ζωγραφίζει τον κόσμο των συναισθημάτων πού του γεννά  έναν δικό του κόσμο  δεν είναι αποδεκτός πάντα από τους πολλούς.
Αυτό το βλέπουμε λοιπόν και στην ζωή γενικά.  Όσοι συμμετέχουν σε έναν κοινό κόσμο, όσοι  αισθάνονται και νοιώθουν κοινά τά ίδια πράγματα με τους άλλους  , είναι κατανοητοί, αποδεκτοί, «λογικοί», μέσα σε ένα ανθρώπινο σύνολο. Μέσα στην κοινωνία.
Αντιθέτως, οί άλλοι, αυτοί πού βλέπουν άλλα πράγματα, αισθάνονται διαφορετικά τον κόσμο,  αυτοί πού έχουν μια δική τους λογική για το κάθε τι, αυτοί δύσκολα βρίσκουν ανταπόκριση από τους πολλούς. Συνήθως είναι μόνοι και αποκομμένοι.  Τους ονομάζουν και αντικοινωνικούς.
Και πολλές φορές επικίνδυνους.  Επικίνδυνους για το σύστημα . Γιατί αυτοί απαιτούν , δεν ακολουθούν. 
ΣΟΦΙΑ ΒΛΑΧΟΥ

Παρασκευή, 24 Μαΐου 2013

ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗΣ


ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗΣ
Του ζωγράφου +Νίκου Χατζηκυριάκου Γκίκα
Εἰκόνα
Τίτλος: Ο άγιος Προκόπιος
Χρονολογία: 1315-1320 μ.Χ
Υλικό: Νωπογραφία
Προέλευση: Κωνσταντινούπολη, Μονή της Χώρας, παρεκκλήσιο
Πηγή: Αχειμάστου-Ποταμιάνου, Μ., Βυζαντινές Τοιχογραφίες, Ελληνική Τέχνη, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 1995.

.......................................
Για μας τους ΄Έλληνες υπάρχει ζωντανή και η άλλη πλευρά: Η Βυζαντινή παράδοση .
 Εκείνη ακριβώς που ονειδίζεται, λοιδορείται από τους "νέους" σαν τον Σαβέττα ή τον Τζιόττο.
Στην βυζαντινή ζωγραφική δεν θα συναντήσουμε τα νατουραλιστικά στοιχεία που παρατηρήσαμε στην Ιταλική Πρωτο-Αναγέννηση και ακόμη λιγότερο τις αισθησιακές προεκτάσεις της . Ακόμη και η αφηγηματικότης είναι περιορισμένη στο ελάχιστον.
Δεν υπάρχουν εγκόσμιοι άγιοι, ούτε εγκόσμιες πράξεις ή σκηνές, ούτε προσωπογραφίες, ιδιωτικές κατοικίες, παλάτια μεγιστάνων, πόλεις, αρχιτεκτονικά τοπία, ερείπια και φυτά με τα οποία βρίθει η Ιταλική Αναγέννησις. Αν φαίνεται κάπου ένα κτήριο είναι πάντοτε το ίδιο συμβατικό σχήμα με την ίδια πάντα ανεστραμμένη προοπτική, με το ίδιο πάντα απλωμένο παραπέτασμα. Αν αναπαραστώνται βράχοι παίρνουν μορφή υπερκαθημένων , τραπεζοειδών και πολυεδρικών στερεών που αγνοούν την προοπτική του τόνου και του χρώματος.
Ουσιαστικά η "φύσις" δεν υπάρχει.
 Το φόντο είναι ουδέτερο, χρυσό ή μονόχρωμο. Αν πρόκειται για δάσος, ένα δένδρο αρκεί. Έτσι, ποτέ δεν θα μας δώσει ο βυζαντινός τεχνίτης ένα ρομαντικό τοπίο όπως του Κλώντ ή του Πουσσέν. Και όμως στον Άγιο Μάρκο της Βενετίας, στο ψηφιδωτό εκείνο όπου ο Χριστός προσεύχεται μόνος επί του Όρους Ελαιών, υπάρχουν βράχοι εξαίσιοι, "αληθινοί" και αγκάθια τόσο ξερά και μυρωδάτα που σε κάνουν να απορείς και να αναλογιστείς τι άρα γε θα έκαναν, τι θαύματα, αν οι βυζαντινοί τεχνίται επέτρεπαν στον εαυτό τους την αναπαράσταση της φύσεως. Άλλ' ούτε οι ίδιοι το επέτρεπαν στον εαυτό τους ούτε η εκκλησιαστική εξουσία.
 Άλλες είναι οι επιδιώξεις της βυζαντινής τέχνης. 
Άλλος ο προορισμός της. 
Η βυζαντινή τέχνη είναι μοναδική και άφθαστη στο ότι επενόησε σχήματα ταυτόσημα με σύμβολα υπερβατικά των αχράντων μυστηρίων, λειτουργικούς αίνους που βασίζονται σε μίαν υπερκόσμια γεωμετρία, κατοπτρισμούς ουρανίων ενοράσεων, νοητά αρχέτυπα – κάτι σαν άλλου είδους Ινδικά ή Θιβετιανά "μάνταλα".
 Δεν υπάρχει τέχνη πιο αυστηρή. 
Κοιτάζοντας την περίτεχνη αλληλουχία, διαβάθμιση και αλληλοεξάρτηση των σχημάτων, άγεται κανείς στο συμπέρασμα ότι πρόκειται περί τέχνης που εφ ήρμοσε την άτεγκτη αναγκαιότητα της μηχανικής επιστήμης στην έκφραση του θρησκευτικού συναισθήματος. Δεν υπάρχει εδώ ο λυρισμός του Σασσέτα ούτε αισθηματολογία ούτε καν αίσθημα, αλλά μία κρύα, παγερή κατασκευή που δεν επιδέχεται ούτε προσθήκη ούτε τελειοποίηση. Αν τελειοποιηθεί θα αλλάξει αναγκαστικά είδος και θα προσλάβει άλλη μορφή. Τα πάντα έχουν τυποποιηθεί. Τα σχήματα, τα φώτα, τα ημιτόνια, οι σκιές. Στην βάση υπάρχει η γραμμική-γεωμετρική σύνθεσις που συνεχώς θυμίζει τον μαθηματικό γνώμονα. Κάθε σχήμα εντάσσεται και προέρχεται από τα προηγούμενα. Είναι ένας Αριστοτελικός συλλογισμός, μία αλγεβρική εξίσωσις αλάνθαστη.
Ο καλλιτέχνης δεν υπάρχει.
 Έχει αφομοιωθεί με την απόδοση μιάς οντότητας που τον απορροφά και τον εξουθενώνει ολοκληρωτικά.
Τα υπερφυσικά όντα που εικονίζει έχουν την πληρότητα και την στιλπνότητα του ατσαλιού. Η σοφή τοποθέτησις των τριγωνικών ή γωνιακών φώτων, οι λεπτότατες γραμμικές ψιμυθιές, οι γραμμικές σκιές και όλος ο ρυθμός της αφηρημένης αυτής φωτοσκιάσεως μεταμορφώνει τα όντα τούτα σε κινητές πανοπλίες που αντανακλούν ή απορροφούν το φως με τις ακμές και τις υπερ-λείες τους επιφάνειες.
Οι στάσεις τους είναι μετωπικές και ιεραρχικές, τα πρόσωπα με υποτυπώδη έκφραση, αυστηρή και κάποτε, σχεδόν βλοσυρή, οι πτυχώσεις σχεδιασμένες με ευθείες γραμμές και λιγοστές καμπύλες προσεκτικά ζυγισμένες, έτσι που δίνουν την εντύπωση σαν να είναι τραβηγμένες με τον χάρακα. Τεντωμένες σαν την νευρή του δοξαριού, σαν υποτείνουσες τριγώνων, σαν χορδές κύκλων, σαν παραβολές και υπερβολές, γραμμένες, χαραγμένες, καρφωμένες στην σανίδα ή το σοβά, έτσι, που να μη μπορούν να ξεφύγουν, να χαλαρώσουν, να ξετεντωθούν, να λυγίσουν και να μαραθούν.
Εἰκόνα
Τίτλος: Αρχάγγελος, τμήμα από την ένθρονη Παναγία με αρχαγγέλους
Χρονολογία: π. 1180 μ.Χ
Υλικό: Νωπογραφία
Προέλευση: Καστοριά, Άγιοι Ανάργυροι
Πηγή: Αχειμάστου-Ποταμιάνου, Μ., Βυζαντινές Τοιχογραφίες, Ελληνική Τέχνη, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 1995.



Είναι μία νοητή κατασκευή που έχει όγκο , αλλά ελάχιστο όγκο, που καταλαμβάνει τον τρισδιάστατο χώρο, αλλά τον καταλαμβάνει μόλις.
Ποιος κατ' αρχήν εφεύρε και επενόησε το στυλ αυτό της ζωγραφικής είναι άγνωστον, αλλά κάποιος σοφός και ιδιόμορφος και τολμηρός τεχνίτης πρέπει να συνέθεσε τα ιδιάζοντα τούτα στοιχεία.
Δεν είναι δυνατόν να εγεννήθηκαν σποραδικά και τυχαία και συν τω χρόνω. Η αφετηρία βεβαίως βρίσκεται όπως ξέρουμε στην ελληνιστική τέχνη της παρακμής κυρίως.
 Πράγματι, η βυζαντινή τεχνοτροπία έχει διαφυλάξει πιστά το μάθημα της ελληνιστικής εποχής.
Κάτω από την αυστηρή, την άτεγκτη και σκληρή παρουσία της, βρίσκεις, αν σκάψεις, όλη τη γνώση των επιπέδων, αξόνων, συνθέσεων, φωτοσκιάσεων καθώς και της αναγλυφικότητος κατά το σύστημα της αρχαίας.
 Αλλά από την ελληνιστική τέχνη κάποιοι διανοούμενοι και δαιμόνιοι πρωτομάστορες διεμόρφωσαν πρώτοι, καθώς υποπτεύομαι, άγνωστον πότε, αλλά ίσως κατά τον 3ο μ. Χ. αιώνα τον απόκοσμο τούτο βυζαντινό ρυθμό. Δεν αρκέστηκαν να υιοθετήσουν την γνώση του χρώματος, την κλασσική γραμμή, την ένοια της συνθέσεως. Πήραν και κάποιες νοητές αρχές που ανάγονται σε δύο πηγές:
Αφ' ενός, στα επιστημονικά επιτεύγματα του μαθηματικού γεωμέτρου ΄Ηρωνος όπως είναι τα "πνευματικά" και η "Κατοπτρική".
 Αφ' ετέρου, στις μεταφυσικές και αισθητικές θεωρίες του Πλωτίνου, και μέσω αυτού της θεωρίας των ιδεών του Πλάτωνος.

Το βαθύ αυτό και ολοκληρωμένο σύστημα γνώσεων, το φυλαγμένο μέσα της, η βυζαντινή τέχνη το μετέδωσε ολόγυρα, σε πάμπολλες άλλες τέχνες, πρωτίστως δε στην νηπιακή τέχνη της Δύσεως.
 Αν λοιπόν εσυκοφαντήθη ως βάρβαρος είναι μόνο από όσους δεν αντελήφθησαν τι περιείχε πέραν από την ξηρότητα και αυστηρότητά της καθώς και τι προσέφερε. 
Ουσιαστικώς προσ έφερε τα πάντα. Ήταν η τέχνη η διδάσκαλος, όπως θα έλεγε ο Καβάφης: "Εις κάθε λόγον, εις κάθε έργον η πιο σοφή". Δυστυχώς υπάρχουν ακόμη στην Δύση πολλά εγχειρίδια και ιστορίαι της τέχνης ή του σχεδίου που αγνοούν και παραλείπουν τις αρχές τούτες της βυζαντινής παιδείας και παρουσιάζουν ως εκ τούτου μία παραμόρφωση της πραγματικότητας ξεκινώντας αυθαίρετα από την Τέχνη της Φλωρεντίας με τον Ντούτσιο, τον Ορκάνια, και τέλος τον Τζιότο.

Νίκος Χατζηκυριάκος Γκίκας
Εἰκόνα
Τίτλος: Οι Απόστολοι πιστοποιούν τη Μετάσταση, τμήμα από την Κοίμηση της Θεοτόκου
Χρονολογία: 1313-1314 μ.Χ
Υλικό: Νωπογραφία
Προέλευση: Μονή της Στουντένιτσα, Ναός των Αγίων Ιωακείμ και Άννας
Πηγή: Αχειμάστου-Ποταμιάνου, Μ., Βυζαντινές Τοιχογραφίες, Ελληνική Τέχνη, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 1996.

ἀπό ΚΑΤΣΟΥΛΑ ΑΜΑΛΙΑ
πηγή 

Τρίτη, 2 Απριλίου 2013

Μαρία Σιμπίλα Μέριαν - Maria Sibylla Merian

Maria Sibylla Merian (2, Απριλίου 1647 - 13 Ιανουαρίου 1717) ήταν μία φυσιοδίφης και εικονογράφος η οποία μελέτησε τα φυτά και τα έντομα και έκανε λεπτομερείς πίνακες γι 'αυτα. Λεπτομερείς παρατηρήσεις και τεκμηρίωση για την μεταμόρφωση της πεταλούδας την κάνει μια σημαντική αν και όχι γνωστή, για την συμβολή της στην εντομολογία.

Τετάρτη, 6 Μαρτίου 2013

"Η ΜΗΛΙΑ"

"Η ΜΗΛΙΑ"

 Μήλο μου κόκκινο 

 Μήλο μου κόκκινο ρόιδο βαμμένο
μήλο μου κόκκινο ρόιδο βαμμένο
γιατί με μάρανες τον πικραμένο
γιατί με μάρανες τον πικραμένο

Παένω κι έρχομαι μα δε σε βρίσκω
παένω κι έρχομαι μα δε σε βρίσκω
βρίσκω την πόρτα σου μανταλωμένη
βρίσκω την πόρτα σου μανταλωμένη

Τα παραθυρούδια σου φεγγοβολούνε
τα παραθυρούδια σου φεγγοβολούνε
ρωτώ την πόρτα σου "πού πάει η κυρά σου;"
ρωτώ την πόρτα σου "πού πάει η κυρά σου;"

Κυρά μ’ δεν είνι δω πάεισι στη βρύση
κυρά μ’ δεν είνι δω πάεισι στη βρύση
πάεισι να πιει νερό και να γεμίσει
πάεισι να πιει νερό και να γεμίσει

 

Η μηλιά  

Στίχοι:  
Παραδοσιακό

 Ποτάμι νεπλημμύρισε, σε περιβόλι μπαίνει,
ποτίζει δέντρ’ αρίθμητα, μηλιές και κυπαρίσσια
και μια μηλιά γλυκομηλιά νερό δεν τη φελάει.
Κινά η μηλιά και ψήγεται και κιτρινοφυλλιάζει.
Κι άλλη μηλιά τήνε ρωτά, κι άλλη μηλιά της λέει.

"Τι έχεις, μηλιά, και ψήγεσαι και κιτρινοφυλλιάζεις;
Μην είν’ τα μήλα σου βαριά, μην το νερό σου λείπει,
κι από τα κλωναράκια σου κανένα μη ραγίστη;

Δεν είν’ τα μήλα μου βαριά, μηδέ νερό μου λείπει,
κι από τα κλωναράκια μου κανένα δε ραγίστη.
Άγουρος με ξανθή κόρη στη ρίζα μου φιλιώνταν,
κι όρκο κάμαν στους κλώνους μου να μη ξεχωριστούνε,
τώρα ξεχωριστήκανε και κιτρινοφυλλιάζω."

http://www.stixoi.info/




Τρίτη, 8 Ιανουαρίου 2013

ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΗ ΒΟΣΚΟΠΟΥΛΑ Σ΄ΑΝΘΙΣΜΕΝΕΣ ΑΜΥΓΔΑΛΙΕΣ

ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΗ ΒΟΣΚΟΠΟΥΛΑ Σ΄ΑΝΘΙΣΜΕΝΕΣ ΑΜΥΓΔΑΛΙΕΣ

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ

ΤΟ ΚΟΚΟΡΑΚΙ

ΤΟ ΚΟΚΟΡΑΚΙ

ΣΤΟΝ ΗΛΙΟ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ

ΣΤΟΝ ΗΛΙΟ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ

ΟΜΟΡΦΗ ΗΜΕΡΑ

ΟΜΟΡΦΗ ΗΜΕΡΑ

Ο ΒΟΣΚΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΒΟΣΚΟΠΟΥΛΕΣ

Ο ΒΟΣΚΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΒΟΣΚΟΠΟΥΛΕΣ

ΣΤΟΥ ΠΡΟΦΗΤΗ ΗΛΙΑ

ΣΤΟΥ ΠΡΟΦΗΤΗ ΗΛΙΑ

ΚΟΡΙΤΣΙ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ

ΚΟΡΙΤΣΙ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ