Σάββατο, 26 Νοεμβρίου 2011

Φώτης Κόντογλου – Τῇ πτωχείᾳ τὰ πλούσια Ἡ γνήσια ἑλληνικὴ τέχνη


«Ἐκτήσω τῇ ταπεινώσει τὰ ὑψηλά, τῇ πτωχείᾳ τὰ πλούσια». Αὐτὰ τὰ θαυμάσια λόγια εἶναι παρμένα ἀπὸ τὸ τροπάρι τοῦ ἁγίου Νικολάου καὶ λένε πὼς αὐτὸς ὁ ἅγιος ἀπέκτησε μὲ τὴν ταπείνωση τὰ ὑψηλά, δηλαδὴ ἀξιώθηκε νὰ πάρει μεγάλα πνευματικὰ χαρίσματα μὲ τὴν ταπείνωση, καὶ μὲ τὴ φτώχεια πλούτισε τὴν ψυχή του μὲ οὐράνιους θησαυρούς.
Ἀλλὰ αὐτὰ τὰ λόγια εἶναι καὶ γενικὰ σύμβολα γιὰ τὴν Ἑλλάδα καὶ γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία, ποὺ εἶναι ἡ θρησκευτικὴ ἔκφρασή της. Τὸ «τῇ πτωχείᾳ τὰ πλούσια» εἶναι παρόμοιο μὲ τὸ ἀρχαῖο ρητὸ «καλλιτεχνοῦμεν μετ᾿ εὐτελείας», ποὺ ἐξηγεῖ τὴν ἁπλότητα, τὴν λιτότητα ποὺ ὑπάρχει στὴν τέχνη μας, καὶ γενικὰ σὲ ὅλα μας.
Πρῶτα-πρῶτα, ἡ φύση μας εἶναι «τῇ πτωχείᾳ πλουσία», δηλαδὴ φαίνεται ἀπ᾿ ἔξω φτωχή, μὰ στὸ βάθος εἶναι πλούσια. Ἕνα μάτι ποὺ βλέπει μοναχὰ ἐξωτερικὰ καὶ ξώπετσα, δὲ μπορεῖ νὰ νοιώσει τὸ πνευματικὸ βάθος ποὺ ὑπάρχει πίσω ἀπὸ τὰ φαινόμενα. Ἡ ἑλληνικὴ φύση εἶναι ἁπλὴ καὶ λεπτή: Βουνὰ ποὺ εἶναι σπανὰ τὰ περισσότερα, δίχως δέντρα ἢ μὲ λιγοστὰ δεντράκια, μικρὰ λαγκάδια, ἀνάμεσα στὶς πλαγιές, ξεροπόταμα μὲ δάφνες, λυγαριὲς καὶ λίγες ταπεινὲς ἰτιές, κάμποι κίτρινοι, δίχως πολλὲς πρασινάδες, ἀμπέλια κατάχλωρα, ἀκροθαλασσιὲς ἥμερες, νησιὰ πολλὰ καὶ ξέρες, βράχοι σκουριασμένοι. Παντοῦ λίγη βλάστηση, λίγος σκοῖνος, μὰ τὰ λιγοστὰ δέντρα καὶ τὰ πολλὰ ἀγριόκλαρα εἶναι ἐκφραστικὰ στὸν ὑπέρτατο βαθμό, λὲς κ᾿ εἶναι ζωντανὰ πλάσματα, μὲ ψυχὴ καὶ μὲ μιλιά. Ἕνα δέντρο ποὺ στέκεται στὴν ἔρημη πλαγιὰ ἀπομοναχιασμένο, ἢ ἕνα ἄλλο καμπουριασμένο ἀπάνω ἀπὸ μία βρύση ἡ δίπλα σ᾿ ἕνα ρημοκκλήσι, θαρρεῖς πὼς εἶναι ζωντανοὶ ἄνθρωποι. Σ᾿ ἄλλο μέρος φαίνουνται ἀπὸ μακρυὰ δυὸ τρία δέντρα μαζωμένα, μὲ διάφορα σχήματα, καὶ θαρρεῖς πὼς κουβεντιάζουνε μεταξύ τους, ἀγναντεύοντας κάτω τὸν κάμπο ἢ τὸ γαλανὸ πέλαγο. Ἀλλοῦ πάλι βλέπεις περισσότερα δέντρα, ἕνα κοπάδι καὶ σοῦ φαίνουνται κι αὐτὰ σὰν ζωντανά. Δὲν εἶναι σὰν ἐκεῖνα ποὺ βλέπει κανένας σὲ ἄλλες χώρες, ἀκαταμέτρητα, πυκνά, ἀπαράλλαχτα τό ῾να μὲ τ᾿ ἄλλο, στοιβαγμένα τό ῾να κοντὰ στ᾿ ἄλλο μέσα στὰ δάση, σὰν νεκρά, σὰν νὰ βγήκανε ἀπὸ κανένα ἐργοστάσιο, ὅπως τὰ σπιρτόξυλα μέσα στὸ κουτί, χωρὶς φυσιογνωμία ἰδιαίτερη, χωρὶς ἔκφραση, δίχως μυρουδιά. Όπως ὁ ἄνθρωπος χάνει τὸν ἑαυτό του μέσα σ᾿ ἕνα πλῆθος ἀκαταμέτρητα, ἔτσι καὶ τὸ δέντρο ἢ ὅ,τι ἄλλο φυσικὸ κτίσμα, χάνεται μέσα στὸ ἀκαταμέτρητα διάστημα. Ἡ φύση σ᾿ αὐτὲς τὶς χῶρες εἶναι ἀκόμα σὰν χάος, ποὺ βαραίνει σὰν βραχνὰς τὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου.
Τὸ ἴδιο γίνεται καὶ μὲ τὰ μεγάλα βουνὰ ποὺ ὑπάρχουνε στὶς ξένες χῶρες, ποὺ εἶναι ἔξω ἀπὸ τὰ μέτρα τοῦ ἀνθρώπου, κ᾿ ἡ ματιά του δὲν μπορεῖ νὰ τὰ περιλάβει, οὔτε ἡ ψυχή του νὰ τὰ νοιώσει, κρυμμένα μέσα σὲ πυκνὲς ἀντάρες. Ἐνῷ τὰ δικά μας τὰ βουνά, θαρρεῖς πὼς εἶναι καμωμένα γιὰ τὸν ἄνθρωπο, λίγο πολὺ στὰ μέτρα του. Ἔχουνε κάποια ἐκφραστικὰ σχέδια, ὅπως προβάλλουνε τό ῾να πίσ᾿ ἀπὸ τ᾿ ἄλλο, ἥσυχα, ξαπλωμένα στὸν ἥλιο, ἢ γερμένα γιὰ νὰ ξεκουραστοῦνε κατὰ τὸ βασίλεμα, σὰν τὰ βόδια ποὺ κείτουνται στὸ χωράφι, ἀναχαράζοντας εἰρηνικά, θαρρεῖς πὼς εἶναι ἄνθρωποι, σὰν τσομπαναρέοι, σὰν τσελιγκάδες. Γι᾿ αὐτὸ καὶ τὰ θαυμάσια τραγούδια μας τὰ τραγουδήσανε, σὰν νὰ εἶναι κάποια ζωντανὰ πλάσματα:
Ὁ Ὄλυμπος κι ὁ Κίσσαβος τὰ δυὸ βουνὰ μαλώνουν
γυρίζ᾿ ὁ γέρο Ὄλυμπος καὶ λέγει τοῦ Κισσάβου...
Ἔχετε γεια ψηλὰ βουνὰ
καὶ δροσερὲς βρυσοῦλες,
κι ἐσεῖς Τζουμέρκα κι Ἄγραφα,
παλληκαριῶν λημέρια.
Στὴ φύση μας ὅλα εἶναι ἁπλά, καθαρά, λιγοστά, ὄχι πλῆθος ποὺ κουράζει τὸ μυαλό. Γι᾿ αὐτὸ καὶ τὰ αἰσθήματά μας εἶναι τὰ ἴδια, ἁπλά, ὅσο εἴμαστε εἰλικρινεῖς μὲ τὸν ἑαυτό μας καὶ δὲν θέλουμε νὰ κάνουμε τὸν Εὐρωπαῖο.
Αὐτή, λοιπόν, ἡ ἁπλότητα ποὺ ὑπάρχει στὴ φύση μας καὶ στὴν ψυχή μας, εἶναι ἡ πλούσια φτώχεια ποὺ εἴπαμε. Ἡ ἁπλότητα φαίνεται γιὰ φτώχεια στὸ μάτι καὶ στὴν ψυχὴ τοῦ ρηχοῦ ἀνθρώπου. Καὶ πλοῦτος νομίζεται τὸ πλῆθος. Ὁ ἀρχαῖος εἶπε τὸ ρητό: «Οὐκ ἐν τῷ πολλῷ τὸ εὖ, ἀλλ᾿ ἐν τῷ εὖ τὸ πολύ».
Ἐρχόμαστε τώρα στὴν τέχνη. Ἡ τέχνη μας εἶναι κι αὐτὴ σὰν τὴ φύση μας, ἁπλὴ ἀπ᾿ ἔξω καὶ πλούσια ἀπὸ μέσα. Τὰ ἀρχαῖα χτίρια ξεκουράζουνε μὲ τὴν ἁπλότητά τους. Οἱ κολόνες, τὰ ἀετώματα, οἱ μετόπες, ὅλα εἶναι ἁπλούστατα. Δυὸ τρεῖς κολόνες στέκουνται ἀπάνω σ᾿ ἕναν ψηλὸν κάβο, κ᾿ εἶναι τόσο ἁρμονικὲς μὲ τὴν τοποθεσία, ποὺ θαρρεῖ κανένας πὼς καὶ τὰ δυό, τὸ φυσικὸ καὶ τὸ τεχνητό, τὰ ἔκανε τὸ ἴδιο χέρι, τὸ ἴδιο αἴσθημα!
Οἱ βυζαντινὲς ἐκκλησίες μὲ τὸν τροῦλο θαρρεῖς πὼς εἶναι μικρὰ βουναλάκια ἀπάνω στὰ μεγάλα. Τὰ μικρὰ ρημοκκλήσια μὲ τὴν καμαρωτὴ σκεπή, μὲ τὸ ἀνεπιτήδευτο χτίσιμο, στέκουνται ἀπάνω στὶς ράχες ἢ στὶς πλαγιές, μ᾿ ἕνα δυὸ δεντράκια γιὰ συντροφιά, κ᾿ εἶναι τόσο ταιριαστὰ μὲ τὴ γύρω τοποθεσία, ποὺ τὰ χαίρεσαι, ὅπως χαίρεσαι ἕναν ἔμορφο βράχο, ἕνα νησάκι, ἕναν κάβο.
Τὰ χωριάτικα σπίτια, τὰ παλιά, ὄχι αὐτὰ ποὺ χτίζουνε τώρα οἱ χωριάτες, πιθηκίζοντας τὴν Ἀθήνα, κοίταξε πόσο σύμφωνα εἶναι μὲ τὴ φύση. Ἐνῷ ὅσα κάνουνε τώρα κάποιοι ξιππασμένοι χωριάτες, τὰ μοντέρνα, μὲ τὸ στερεότυπο κρύο σχέδιο, μὲ τὰ στερεότυπα χρώματα, μὲ τὶς εὐρωπαϊκὲς σιδεριὲς μὲ τὰ «ἄρ-τιφισιέλ», κοίταξε κι ὁμολόγησε τί φωναχτὴ παραφωνία εἶναι μέσα στὴν ἁπλὴ καὶ ταπεινὴ ἁρμονία ποὺ κάνουνε τ᾿ ἄλλα τὰ σπίτια τοῦ χωρίου. Ἡ τέχνη εἶναι σωστὴ κι ἀληθινή, ὅταν ἐκεῖνος ποὺ τὴν κάνει ἔχει καὶ γερὸ ἔνστικτο, ὅπως οἱ ἁπλοὶ ἄνθρωποι τῶν χωριῶν, ἐνῷ ἐκεῖνος ποὺ κάνει ὅ,τι κάνει μὲ ξερὴ γνώση, καὶ κείνη δανεικὴ καὶ συμβατική, ὅπως ἡ ἀρχιτεκτονική, ἡ ζωγραφικὴ κ᾿ ἡ μουσικὴ ποὺ διδάσκονται σήμερα στὶς διάφορες σχολές, δὲν ἔχει καθόλου αὐτὴ τὴν αἴσθηση ποὺ χρειάζεται γιὰ νὰ εἶναι σὲ ἁρμονία αὐτὸ ποὺ κάνει μὲ τὰ γύρω τοῦ φυσικὰ φαινόμενα. Γιὰ τοῦτο ἡ παράδοση σ᾿ ἕναν τόπο εἶναι ὁ μοναχὸς ἀληθινὸς δρόμος γιὰ τὶς τέχνες, καὶ γενικὰ γιὰ κάθε ἔκφραση τῆς ζωῆς, τὰ δὲ ἄλλα εἶναι «ξύλα, πλίνθοι καὶ κέραμοι, ἀτάκτως ἐρριμμένα», χωρὶς κανέναν δεσμό, οὔτε μεταξύ τους, οὔτε μὲ τὸν τόπο, χωρὶς καμμιὰ δικαίωση.
Κοιτάξετε πόσο πολύπλοκα καὶ μπερδεμένα κατα-φορτωμένα, μὲ ἀνόητες σαβοῦρες εἶναι τὰ κτίρια τῆς γοτθικῆς τέχνης, τῆς ἰταλικῆς Ἀναγέννησης, καὶ τ᾿ ἄλλα ποὺ κάναμε στὶς λατινικὲς καὶ στὶς ἀγγλοσαξονικὲς χῶρες. Ἀπελπισία! Μπιχλιμπίδια καὶ στριφογυρίσματα. Τὸ ἴδιο καὶ στὴν Ἀνατολή, στὴν Ἰνδία καὶ στὴν Κίνα: Παγόδες σὰν λαβύρινθοι, βραχνὰς ἀληθινός!
Οἱ δυτικοί, ἀπὸ τὸ ἀνόητο παραφόρτωμα ποὺ κάνανε στὰ χτίριά τους, μὲ κορνίζες, μὲ πάστες, μὲ λογῆς λογῆς ἀνάγλυφα, ποὺ φτάξανε πιὰ στὶς τοῦρτες τῆς Νότιας Ἀμερικῆς, πήρανε σήμερα βόλτα καὶ φτάξανε μονομιᾶς στὴν ἄλλη ἄκρη, στὸ μοντέρνο στὸν Λε-κορμπυζιέ, δηλαδὴ στὸ ξεγύμνωμα, στὴν πουριτανικὴ αἰσθητική, στὸ σκέτο κασσόνι.
Τὰ ἴδια γίνουνται καὶ στὶς ἄλλες τέχνες. Ἡ δική μας ζωγραφική, δηλαδὴ ἡ βυζαντινή, εἶναι ἁπλὴ καὶ λιτὴ στὴν ὄψη, καθαρισμένη ἀπὸ τὰ μάταια κι ἀνώφελα στολίδια τῆς προοπτικῆς καὶ τῆς ἀνατομίας, καθαρὴ σὰν κρούσταλλο, κι ἀπὸ μέσα γεμάτη πνευματικὸ βάθος, χωρὶς ἐπιτήδεψη ποὺ θέλει, νὰ ξεγελάσει τὸ μάτι (trompe d᾿ oeil), δηλαδὴ πράγματα σαλντιμπαγκικά, κατώτερα ἀπὸ τοὺς σκοποὺς ποὺ πρέπει νά ῾χει ἡ τέχνη. Ἡ ζωγραφικὴ σὲ ἄλλες χῶρες στάθηκε κολλημένη μόνο στὸ φαινόμενο, παραφορτωμένη μὲ ἀδιαφόρετα πράγματα, μὲ προοπτικές, μὲ ἀνατομίες, μὲ σκηνοθεσίες θεατρικές, μὲ φωτισμοὺς ἐπιτηδευμένους καὶ ψεύτικους, παραγεμισμένη μὲ ἕνα σωρὸ ἀνόητα ἐφευρήματα, μὲ ταβάνια πλουμισμένα, ποὺ δείχνουνε τάχα βάθος στὸ διάστημα, χωρὶς καμμιὰ ἁπλότητα, μπερδεμένη καὶ πατικωμένη, ὅπως π.χ. εἶναι τὰ ἔργα τοῦ Μιχαὴλ Ἀγγέλου, μ᾿ ἕνα σωρὸ μπεχλιβάνηδες, τοῦ Τισιάνου, τοῦ Βερονέζε, προπάντων τοῦ Τιντορέττο, μὲ χιλιάδες πρόσωπα, σὲ σημεῖο νὰ μὴ βλέπεις τίποτα, τὰ ἔργα τοῦ Ροῦμπενς, ποὺ εἶναι σὰν κρεοπωλεῖο γεμάτο σάρκες καὶ μάταιες ἐπιδείξεις. Ἀκόμα κ᾿ οἱ πιὸ παλιοὶ τεχνῖτες τους εἶναι γεμάτοι ἀπὸ ἀνόητη ματαιότητα καὶ στὰ θρησκευτικὰ ἔργα, ὅπως π.χ. «ἡ προσκύνηση τῶν Μάγων» τοῦ Τζεντίλε ντὰ Φαμπριάνο καὶ τοῦ Μπενότσο Γκότσολι, ποὺ παριστάνουνε ἕναν στρατὸν ὁλόκληρον ἀπὸ «ἱππότες» ντυμένους καρναβαλίστικα, ἄλλους καβαλάρηδες κι ἄλλους πεζούς, μὲ καμῆλες φορτωμένες, μὲ λυκόσκυλα, μὲ γεράκια τοῦ κυνηγίου, μὲ ἐλάφια, μὲ χρυσὰ κι ἀργυρὰ ροῦχα μὲ ἀραπάδες, μὲ σαρίκια, μὲ ρόμπες λογιῶν λογιῶν, μὲ βάζα, μὲ κουτιά, μὲ ὅ,τι φαντασθεῖ κανένας· κι ὅλοι αὐτοὶ πᾶνε νὰ προσκυνήσουνε, τάχα, «τὸ θεῖον βρέφος», ποὺ δὲν φαίνεται καθόλου μέσα σ᾿ ἐκεῖνον τὸν κυκεῶνα! Ἐνῷ οἱ δικοί μας ζωγράφοι ζωγραφίζουνε τοὺς τρεῖς Μάγους, ἁπλὰ καὶ καθαρά, μάλιστα μικρόσωμους, καὶ δίνουνε τὰ δῶρα τους στὴν Παναγιά, ποὺ κρατᾷ τὸν νιογέννητο Χριστό, ταπεινά, ἁπλά, ὅπως εἶναι γραμμένα καὶ στὸ Εὐαγγέλιο, χωρὶς αὐτὲς τὶς παράτες καὶ τὶς φιέστες στοῦ κασίδη τὸ κεφάλι. Βάθος δὲ πνευματικὸ κανένα δὲν ὑπάρχει στοὺς δυτικούς, μοναχὰ βουὴ καὶ σαματᾶς: Ὄπερα!
Κ᾿ ἡ μουσική μας εἶναι καὶ κείνη ἁπλή, σεμνή, καθαρή, καὶ κάνει πιὸ ἐκφραστικὰ τὰ λόγια ἑνὸς τραγουδιοῦ, καὶ τὰ ὄργανα ποὺ τὴν παίζουνε εἶναι ἁπλὰ καὶ λιγοστά: ἡ λύρα ποὺ ἔπαιζε ὁ Τέρπανδρος, τὸ σαντούρι ποὺ ἔπαιζε ὁ Ὅμηρος, ἡ φλογέρα ποὺ ἔπαιζε ὁ Εὔμαιος. Κ᾿ ἡ ψαλμῳδία μας εἶναι ἁπλή, παθητικὴ καὶ πνευματική, χωρὶς κανένα ὄργανο.
Σὲ ἄλλες χῶρες ἡ μουσικὴ γίνηκε ἐπιστήμη βαρεῖα. Ἕνα τιποτένιο «μοτίβο» γίνεται περίπλοκο καὶ φοβερὸ «ἔργο», βαρὺ καὶ καταθλιπτικό, σὰν τὰ κτίρια τους, σὰν τὶς ζωγραφιές τους, σὰν τὰ δράματά τους. Καὶ τὰ ὄργανα ποὺ παίζουνε αὐτὴ τὴ μουσικὴ εἶναι ἀκαταμέτρητα, ὁλόκληρες φάλαγγες, ποὺ τὸ τίποτα τὸ κάνουμε βροντὴ τοῦ οὐρανοῦ! Αὐτὰ ξιππάζουνε τοὺς ματαιόδοξους, ποὺ παίρνουνε τὸ πλῆθος γιὰ πλοῦτο, καὶ δὲν εἶναι σὲ θέση νὰ ζητήσουνε τὸ «τιμιώτατον», ποὺ βρίσκεται μοναχὰ μέσα στὴν ἁπλότητα.
Προσπάθησα νὰ σοῦ δώσω νὰ νοιώσεις τὴν «πλούσια φτώχεια», ποὺ ὑπάρχει στὰ δικά μας πράγματα, δηλαδὴ τὴν ἁπλὴ ὄψη τῆς φύσης μας καὶ τῆς τέχνης μας, ποὺ κρύβει ὅμως μυστικοὺς θησαυρούς. Ὅπου ὑπάρχει τυμπανοκρουσία καὶ μεγάλη φασαρία καὶ σκηνοθεσία, νὰ ξέρεις πὼς δὲν ὑπάρχει παραμέσα τίποτε ἄλλο ἀπ᾿ αὐτὸ ποὺ ἀκοῦς καὶ βλέπεις. Ἄν, λοιπόν, ἔνοιωσες κάτι ἀπ᾿ αὐτὰ ποὺ εἴπαμε, τώρα ποὺ τελειώνεις τὸ διάβασμα θὰ καταλάβεις καλύτερα τὴν ἐμορφιὰ καὶ τὴν ἀλήθεια, ποὺ ἔχουνε τὰ λόγια ποὺ διάβασες στὴν ἀρχή: «Τῇ ταπεινώσει τὰ ὑψηλά, τῇ πτωχείᾳ τὰ πλούσια».άπό

Παρασκευή, 18 Νοεμβρίου 2011

Τετάρτη, 3 Αυγούστου 2011

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ "ΡΟΠΤΡΟ"

Το περιοδικό "ΡΟΠΤΡΟ"εκδίδεται στο Αυλωνάρι της Εύβοιας υπό την επιμέλεια του ιατρού κυρίου Δημήτρη Σγούρου.
Στο 34ο τεύχος πού κυκλοφόρησε τον Ιούλιο 2011 , φιλοξενεί έργα μου με θέματα από το Αυλωνάρι.
Περιοδικό "Το Ρόπτρο"

Το περιοδικό "Ρόπτρο" είναι ένα έντυπο περιοδικό που εκδίδεται ανά τέσσερις μήνες. Σήμερα έχει φτάσει αισίως τα 34 τεύχη. Αποτελεί γέννημα μιας ομάδας "φίλων" της ιστορίας και λαογραφίας της περιοχής του Αυλωναρίου. Αναφέρεται σε θέματα που αφορούν κύρια την περιοχή του Αυλωναρίου και κατ’ επέκταση ολόκληρη την Εύβοια. Μερικά απ' αυτά μάλιστα έχουν και γενικότερο ενδιαφέρον [...]

Τρίτη, 26 Απριλίου 2011

JOHN JAMES AUDUBON


Ο John James Audubon γεννήθηκε σαν σήμερα 26, Απριλίου το 1785 και ήταν ένας Γαλλο- Αμερικανός ορνιθολόγος, φυσιοδίφης, κυνηγός και ζωγράφος, που έμεινε γνωστός για την καταλογράφηση και απεικόνιση των πουλιών της βόρειας Αμερική. Για τον λόγο αυτό η google σήμερα αφιερώνει το logo της στον άνθρωπο αυτόν ανταλλάσοντας το σήμα της με τα πουλιά που ζωφράφιζε ο σπουδαίος αυτός φυσιοδίφης.
Έμεινε στην ιστορία με το μεγάλο του βιβλίο στο οποίο φιλοξενούσε 435 φωτογραφίες, πορτρέτα από κάθε πουλί γνωστό στις Ηνωμένες Πολιτείες σε μέγεθος φυσιλό
Γεννήθηκε στη γαλλική αποικία της Saint-Domingue (τώρα την Αϊτή ) και μεγάλωσε στη Γαλλία αλλά τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του στις ΗΠΑ. Η ζωή του ήταν μία μεγάλη περιπέτεια. Ταξίδεψε και γνώρισε τις ΗΠΑ από άκρη σε άκρη: Ηταν έμπορος, πωλητής, δάσκαλος, κυνηγός, πλανόδιοι προσωπογράφος και κάτοικος των δασών, ένας καλλιτέχνης και επιστήμονας. Ήταν, κατά κάποιον τρόπο, αντιπροσωπευτικός άνθρωπος της αμερικανικής κουλτούρας της εποχής του με αυξανόμενη ανησυχία για την καταστροφή της φύσης.
Ήταν ένας εραστής και παρατηρητής των πουλιών και της φύσης. Ερεύνησε τη φυσική ιστορία των ΗΠΑ, ζωγραφίζοντας σχεδόν 500 είδη πουλιών και εργάστηκε ακούραστα για την προώθηση του έργου του, θέτοντας ένα νέο πρότυπο για την τέχνη και την εκτύπωση.
Ο Audubon έχει κατηγορηθεί για την παρουσίαση θεμάτων του με υπερβολικά θεατρικό τρόπο ώστε να καλύπτονται οι άγνωστες πτυχές των πουλιών. Αντίθετα άλλοι υποστηρίζουν ότι οι πίνακες αντικατοπτρίζουν την αγάπη και τη γοητεία του Audubon με την ομορφιά και τη δυναμική των πτηνών μας: Ζωντανή δράση ,άλματα μέσα από τις σελίδες είναι αυτό που άφησε σαν σπουδαία κληρονομιά.

Δευτέρα, 14 Φεβρουαρίου 2011

ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ


ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ :
«Όλα είναι πάλη και πόλεμος•
και η Τέχνη, και ο Έρωτας»…
Συνέντευξη στον ΣΩΤΗΡΗ ΚΑΚίΣΗ.
Ε: Κύριε Τσαρούχη, αυτές τις μέρες γίνεται στη Θεσσαλονίκη μια μεγάλη έκθεσή σας, αναδρομική. Τι σημαίνει μια αναδρομική έκθεση ;
Γ.Τ.: Για τον καλλιτέχνη, όπως και για το κοινό, είναι μια καλή ευκαιρία να γνωρίσει την εργασία ενός ζωγράφου. Αλλά μια ιδεώδης αναδρομική είναι κάτι το πολύ δύσκολο, αν όχι ανέφικτο. Δικαίως ή αδίκως, οι συλλέκτες, αυτοί οι δεσμοφύλακες των έργων, πολύ δύσκολα δανείζουν. Συχνά μάλιστα, ορισμένα έργα δε μπορεί να τα βρει κανείς γιατί έχουν αλλάξει χέρια.
Ε: Αυτή η έκθεση είναι πλήρης ;
Γ.Τ. Εις αριθμόν, όχι. Σε αντιπροσωπευτικότητα όμως είναι αρκετά καλή. Τα κομμάτια που έχει το Ίδρυμά μου και που αυτή τη στιγμή για λόγους ασφαλείας είναι στην τράπεζα στη Γαλλία και στην Ελλάδα, είναι τουλάχιστο χίλια, ακορνίζωτα φυσικά ή ατελάρωτα. Είναι κόπος κι έξοδα το κορνίζωμα, κι επί πλέον δυσχεραίνει την αποθήκευσή τους. Μια έκθεση με όλα τα έργα του ζωγράφου εν τούτοις, όσο ενδιαφέρουσα και να ‘τανε, θα ‘τανε κουραστική και θ’ απευθύνετο μόνο στον ειδικό που θέλει να μελετήσει και να βγάλει συμπεράσματα. Πιο ανθρώπινο πράγμα είναι μια αναδρομική που γίνεται με επιλογή κάποιου υπεύθυνου.
Ε: Η πρώτη σας έκθεση έγινε βέβαια στην Αθήνα, πριν απ’ τον πόλεμο. Στην οδό Νίκης.

Γ.Τ.: Ναι. Αλλά πριν από αυτή γίνανε δύο μικρές, στην οδό Νικοδήμου, στο Άσυλο Τέχνης του Βέλμου. Η μια ήταν μια σκηνογραφία για τις Φοίνισσες, κι η άλλη είχε σπίτια της Παλιάς Αθήνας. Αυτές γίνανε το 1928-29, και της οδού Νίκης γίνηκε το '38. Ήθελα να εκθέσω νωρίτερα, κι επειδή ανεβλήθη η έκθεση ο διευθυντής της γκαλερί θέλησε να με σκοτώσει. Έκανα τρεις μήνες κλινική και δύο εγχειρήσεις για να επιζήσω. Κατά την Απελευθέρωση μεταμελήθη κι εζήτησε δημοσία συγγνώμη. Όπως βλέπετε, έχω πικράν πείραν από τους διευθυντές γκαλερί. Αργότερα, αρκέστηκαν να με ληστέψουν, όχι όμως και να με σκοτώσουν !
Οι κριτικές ήταν διχασμένες τότε. Οι περισσότεροι έγραψαν ότι δεν ξέρω να ζωγραφίζω. Και μου πρότειναν να μελετήσω τους ζωγράφους Κόντογλου και Παρθένη, που κατά σύμπτωση ήταν δάσκαλοί μου και μ’ εκτιμούσαν πολύ. Υπήρχε όμως και η αντίθετη άποψις. Όπως του ποιητού Αναστασίου Δρίβα που έβλεπε ότι εξευγενίζω τη λαϊκή τέχνη, και του Δημήτρη Καπετανάκη, του οποίου η ενθουσιώδης κριτική δημοσιεύτηκε στο βιβλίο του Ζυγού, αναδημοσίευσις από τα Ελληνικά Γράμματα. Γι’ αυτόν ήμουν ο τερατώδης έφηβος που επιστρέφω στις πηγές.
Επούλησα μόνο δύο έργα. Στον ίδιο που μου ‘χε δανείσει την αίθουσα. Ο διευθυντής της Πινακοθήκης Παπαντωνίου είπε ότι είμαι αφηρημένος κι ότι πρέπει να κάνω τοπία. Ένας άλλος έγραψε ότι κάθε μου έργο είναι κι ένας παλιάνθρωπος. Εκείνη την εποχή για να ζήσω έπρεπε να κάνω σκηνικά στα θέατρα. Λάθος μεγάλο, γιατί διάλεξα ως βιοποριστικό επάγγελμα ένα επάγγελμα που ζητούσε πάλι την υπογραφή μου και την ευθύνη μου την πνευματική. Τα όσα τράβηξα στο θέατρο τα ξεπλήρωσε η σκηνοθεσία που έκανα των Τρωάδων, όπου παρουσιάστηκα όπως είμαι κι όχι όπως με ήθελε το ξενόδουλο θέατρο.
Ε: Στη Θεσσαλονίκη που κάνατε μια έκθεση το 1949 περνούσατε την περίοδο του ανατολικού εξπρεσσιονισμού.
Γ.Τ.: Ναι. Στη Θεσσαλονίκη εξέθεσα έργα του 1948, ενώ οι τάσεις μου εκείνη την εποχή ήταν νατουραλιστικές. Ήταν έργα που εσήμαιναν επιστροφή στις αναζητήσεις του '37. Δε μπορώ να πω ότι ενθουσίασα τη Θεσσαλονίκη. Ούτε όμως και την Αθήνα ενθουσίαζα εκείνη την εποχή. Γι’ αυτό ο ενθουσιασμός που μου δείχνουν σ’ όλες τις πόλεις της Ελλάδας και του εξωτερικού πια με εκπλήσσει και με αφήνει σε απορία. Το γιατί των θεατών αντηχεί ακόμα στ’ αυτιά μου. Ήταν σα να μου λέγανε, -Γιατί το ‘κανες αυτό; Ό,τι έβγαινε από χαρά κι ενθουσιασμό φαινόταν στους άλλους σα μία κακή πράξις.
Επίσης με τρομάζουν οι τιμές που ζητούν σήμερα οι έμποροι. Να σκεφτεί κανείς ότι μεταξύ '45 και '47, μες στους ανεκπλήρωτους πόθους μου που έγραφα σ’ ένα χαρτί, ήταν και το όνειρο ν’ αποκτήσω μία σκούπα κι ένα φαράσι. Να μη μιλήσω για τα άλλα, τα πιο δυσκολοπραγματοποίητα όνειρα: ν’ αποκτήσω μια σόμπα που να λειτουργεί κι ένα καθρέφτη μεγάλο. Το ιδανικό τότε ήταν να πουλήσεις ένα έργο μισή ή μία λίρα. Όταν το κατάφερνες, αμέσως ξυπνούσαν οι τύψεις κι οι φόβοι ότι πούλησες ακριβά και θα σε θεωρήσουν απατεώνα.
Τα έργα μου, καμωμένα με μεγάλη ελευθερία, με περιφρόνηση του αστικού καθωσπρεπισμού, σε μορφή εξομολογήσεως ειλικρινούς, δυσαρεστούσαν μια κοινωνία που έπαιζε θέατρο και που ήταν πολύ αμαθής.
Ε: Μιλήσατε για τη σκηνογραφία και το θέατρο. Σε τι σχέση τα βλέπετε με τη ζωγραφική σας;
Γ.Τ.: Το θέατρο μ’ ενδιαφέρει ίσως περισσότερο απ’ τη ζωγραφική, αν και με φοβίζει. Συμφωνώ με τη Μανιάνι που έλεγε πως το θέατρο είναι κάτι το θεϊκό, αλλά το επάγγελμα του θεάτρου είναι απαίσιο. Με τη ζωγραφική πολεμάς το φόβο του ανθρώπου, την υποκρισία, τη μικρότητα. Στο θέατρο πρέπει να εμφυσήσεις τα ίδια αισθήματα σε ανθρώπους ζωντανούς. Πρέπει να ‘σαι διπλωμάτης και ψυχαναλυτής. Θηριοδαμαστής και απατεών. Και συχνά οι ηθοποιοί δε στο συγχωρούν ποτέ ότι τους έβγαλες απ’ τα νερά τους.
Όλα είναι πάλη και πόλεμος, και η τέχνη, και ο έρωτας, αλλά στο θέατρο ο αγώνας είναι πολύ σκληρός. Πρέπει να παλέψεις με τους ηθοποιούς, πριν παλέψεις με το κοινό.
Μετά τους Τρωάδες, που τρόμαξαν κι ενθουσίασαν συγχρόνως, έχω στα σκαριά δύο άλλες τραγωδίες, διαφορετικές η μια απ’ την άλλη. Και ως έργα, και ως αντίληψη ανεβάσματος. Είναι οι Επτά Επί Θήβας κι ο Ορέστης.
Ε: Και με τις Βάκχες, αν δεν κάνω λάθος, δεν έχετε ασχοληθεί;

Γ.Τ.: Στη Γαλλία μόνο. Είχα το θράσος να κάνω μια μετάφραση στα γαλλικά, που παίχτηκε στο Αβινιόν. Δε δούλεψα ως σκηνογράφος γιατί δε μου άρεσε ο σκηνοθέτης. Έχω κάνει όμως πολλές μακέτες για κοστούμια και σκηνικά του ίδιου έργου. Θα εκτεθούν στις εκθέσεις του Ιδρύματος.
Ε: Εννοείτε πάντα το Ίδρυμα Τσαρούχη.
Γ.Τ.: Ο τίτλος είναι πομπώδης και μου θυμίζει την παροιμία: κι η κοσκινού τον άντρα της με τους πραματευτάδες. Πρόκειται για μια αποθήκη, αρκετά αεροστεγή, αρκετά υδατοστεγή, στην οποία θα αποτεθούν, εκτός εμπορίου, όσα έργα δεν αναγκάστηκα απ’ τη βιοπάλη να πουλήσω.
Χάρις στην κακογουστιά των αγοραστών και των εμπόρων έχω κρατήσει μια πολύ καλή συλλογή. Μερικά είναι ημιτελή, ίσως αυτά είναι απ’ τα καλύτερα. Όπου, το μήνυμά μου, εκείνο που έχω να πω, δεν έχει στανική δουλειά. Έχω όλες τις σκηνογραφίες που το εμπορικό θέατρο δε δέχτηκε να πραγματοποιήσει. Την πρώτη ιδέα πολλών έργων μου. Και έργα απολύτως τελειωμένα, ολοκληρωμένα, τα οποία δε θέλησα να πουλήσω. Συμφωνώ με το δημοτικό τραγούδι: τ’ αντρειωμένου τ’ άρματα δεν πρέπει να πουλιούνται. Κι είναι στιγμές που νομίζω ότι είμαι αντρειωμένος.
Ε: Για να ξανάρθουμε στο θέατρο. Τι σας τραβάει στην αρχαία τραγωδία;
Γ.Τ.: Εν γνώσει ότι γίνεται μια τυμβωρυχεία ή κάτι σαν τέτοιο, νομίζω ότι η αρχαία τραγωδία είναι πολύ επίκαιρη. Γιατί όλες οι αρχαίες τραγωδίες ασχολούνται μ’ ένα θέμα που δεν έχουμε πάντοτε συνείδησή του, αλλά που υπάρχει και μας βασανίζει. Είναι η σχέση του ανθρώπου με το Κράτος. Ο ανταγωνισμός του με την Αρχή. Όλες οι τραγωδίες, όποιο θέμα και να ‘χουν, αυτό υπονοούν. Στην Αντιγόνη είναι πολύ φανερό, αλλά κι ο Οιδίπους δεν πάει πίσω. Δείχνει το ίδιο το κράτος να κατρακυλάει και να ελέγχεται το αλάνθαστό του.
Στον Ορέστη, που είναι ένα έργο σαν του Γκόγια τους πίνακες, οι μεγάλοι και οι βασιλιάδες δείχνονται μικρά ανθρωπάκια. Στους Επτά Επί Θήβας το ίδιο. Ο αντιφεμινιστής Ετεοκλής, που μισεί και περιφρονεί τις γυναίκες, μαθαίνει τι είναι σωστό από τις γυναίκες. Ένας τον έβλαψε αυτόν, ο Πολυνείκης, κι εκείνος τα ‘βαλε μ’ όλο τον κόσμο. Σ’ αυτό συμφωνεί με τη Βίβλο που καθαρά το λέει: «μη πεποίθατε επ’ άρχοντας επί υιοίς ανθρώπων οις ουκ έστι σωτηρία.»
Όλο το αρχαίο θέατρο είναι μια ηδονική αναρχία, που συνδυάζεται παράξενα με μια πνευματική πειθαρχία. Ωραία πράγματα, πώς να μη μ’ αρέσουν!
Ε: Αναφέρατε το φεμινισμό. Τι γνώμη έχετε για το φεμινισμό, παλιό ή σημερινό;
Γ.Τ.: Ως καλλιτέχνης, και μάλιστα Έλληνας καλλιτέχνης, ανήκω στην τάξη των καταδιωγμένων και έχω συμπάθεια προς κάθε άνθρωπο του οποίου αμφισβητείται η ελευθερία και η ακεραιότης. Η σημερινή γυναίκα αγωνίζεται δικαίως για πολλά πράγματα που της τα αρνούνται κακώς.
Αλλά υπάρχει κι η άσχημη πλευρά του ζητήματος: να έρχονται οι γυναίκες σε αντιζηλία με ό,τι κακό έκαναν οι άντρες, είναι απαίσιο. Και πρώτα, σε αντιζηλία με το τσιγάρο. Η αντιζηλία σ’ ένα είδος Δονζουανισμού, ξεπερασμένου ήδη από τους άντρες, δεν ενθουσιάζει κανέναν. Η σημερινή γυναίκα θέλει να στρατεύεται, θέλει να γίνεται χωροφύλακας, να φοράει παντελόνια. Όλα αυτά έχουν πάψει να είναι ιδανικά αντρικά. Θέλει να μπαίνει στο Άγιο Όρος, ενώ το φυσικό θα ‘τανε να κάνει μοναστήρια που να μην μπαίνουν οι άντρες.
Για να γίνει σοβαρό κίνημα ο φεμινισμός, πρέπει να αναθεωρήσει πολλές ανόητες επιδιώξεις του. Κάθε κίνημα που βασίζεται στην αντιζηλία είναι κακό. Τα φυσικά δικαιώματα είναι μια πιο στέρεη βάσις για κάθε είδους επιδίωξη.
Ε: Κι οι επιδιώξεις για τη διατήρηση του περιβάλλοντος, την πρόληψη των καταστροφών, για τις οποίες πάντα φωνάζετε;
Γ.Τ.: Είναι αφέλεια να νομίζουμε ότι όλα θα σωθούν με σωστά νομοσχέδια. Όταν ένας λαός θέλει να καταστρέψει τις πόλεις του, κανένα νομοσχέδιο δεν τον σταματάει. Οι πιο πολλοί Αθηναίοι θέλησαν να καταστρέψουν την Αθήνα. Και το κατάφεραν. Συνήθως το κράτος ψηφίζει νόμους για ν’ αρέσει στο κοινό, να περιποιηθεί τον πελάτη του.

Στην Ελλάδα, οι περισσότεροι Έλληνες, αν όχι όλοι, επιθυμούν την ασυδοσία που τους έδωσε ο Παπαδόπουλος. Και κάθε κυβέρνηση αναγκάζεται στο τέλος να ενδώσει. Η ασχήμια των Αθηνών και κάθε άλλης πόλεως είναι ένα λαϊκό αίτημα που αλίμονο σ’ αυτόν που δε θα το σεβαστεί. Ό,τι κατεστράφη στις πόλεις είναι έργον των πλουσίων και της αρχούσης τάξεως. Το παράδειγμα το ακολουθούν ως συνήθως οι πτωχότερες τάξεις, κι έτσι ο φαύλος κύκλος συνεχίζεται. Αν οι μεγάλες πόλεις γκρέμιζαν τα άσχημα σπίτια τους, ασφαλώς η επαρχία θα επηρεαζότανε.
Αλλά είναι άδικο να ζητάμε απ’ την επαρχία να είναι εύτακτη και γραφική, κι η Αθήνα με τη Θεσσαλονίκη να κάνουν ό,τι τους καπνίσει. Είναι χοντροκοπιά να υπάρχουνε «γραφικά» παραδοσιακά σύνολα για να πηγαίνεις να τα βρίσκεις με το Ι.Χ. και να ξεκουράζεσαι, για ν’ αποφύγεις την ασχήμια που εσύ ο ίδιος δημιούργησες από φιλοχρηματία.

Παρασκευή, 11 Φεβρουαρίου 2011

ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΗ ΒΟΣΚΟΠΟΥΛΑ Σ΄ΑΝΘΙΣΜΕΝΕΣ ΑΜΥΓΔΑΛΙΕΣ

ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΗ ΒΟΣΚΟΠΟΥΛΑ Σ΄ΑΝΘΙΣΜΕΝΕΣ ΑΜΥΓΔΑΛΙΕΣ

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ

ΤΟ ΚΟΚΟΡΑΚΙ

ΤΟ ΚΟΚΟΡΑΚΙ

ΣΤΟΝ ΗΛΙΟ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ

ΣΤΟΝ ΗΛΙΟ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ

ΟΜΟΡΦΗ ΗΜΕΡΑ

ΟΜΟΡΦΗ ΗΜΕΡΑ

Ο ΒΟΣΚΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΒΟΣΚΟΠΟΥΛΕΣ

Ο ΒΟΣΚΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΒΟΣΚΟΠΟΥΛΕΣ

ΣΤΟΥ ΠΡΟΦΗΤΗ ΗΛΙΑ

ΣΤΟΥ ΠΡΟΦΗΤΗ ΗΛΙΑ

ΚΟΡΙΤΣΙ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ

ΚΟΡΙΤΣΙ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ