Παρασκευή, 5 Σεπτεμβρίου 2014

Η ΛΑΪΚΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ ΚΑΙ Η ΠΑΡΑΔΟΣΗ




Θεόφιλος: "Η Λάρισσα με τον ποταμό Πηνειό"
του Γεράσιμου Γ. Γερολυμάτου

Με τον όρο «Λαϊκή ζωγραφική» αποκαλούμε ένα είδος της ζωγραφικής τέχνης, χαρακτηριστικά του οποίου πρέπει να θεωρούνται, η ανεπιτήδευτη γνησιότητα των δημιουργών, ο αυθορμητισμός της έκφρασης, η απλή και δίχως καινοτόμους τρόπους χρήση των εκφραστικών- ζωγραφικών μέσων.

Ο προσδιορισμός «Λαϊκός», υποδηλώνει την άμεση σύνδεση του δημιουργού με την καλλιτεχνική παράδοση, όπως την αντιλαμβάνεται το ευρύτερο φάσμα ενός λαού και ταυτόχρονα τη συναισθηματική συνάρτηση της έκφρασης με την πρωτογενή βιωματική εμπειρία του καλλιτέχνη, αλλά και του λαού προς τον οποίο το έργο του απευθύνεται. 

Για το λόγο αυτό, η πλειονότητα των έργων που θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν ως «λαϊκά», περιλαμβάνουν στη θεματολογία τους θέματα που αποτελούν καθημερινά βιώματα ή συλλογικές μνήμες του παρελθόντος και που σκοπό έχουν την υπενθύμιση τους και την αφύπνιση της συναισθηματικότητας του θεατή.

Μαρία Πωπ: "Λαϊκή γειτονιά"
Ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά της λαϊκής ζωγραφικής και των λαϊκών δημιουργών. είναι η έλλειψη της ακαδημαϊκής καλλιτεχνικής εκπαίδευσης και γνώσης, η οποία έχει ως αποτέλεσμα την απουσία της έντεχνης διατύπωσης στα έργα τους, όπως αυτή διαφαίνεται στην ακρίβεια του σχεδίου, στη γνώση των νόμων της προοπτικής, στην πολυπλοκότητα της σύνθεσης και των «υψηλών» νοημάτων, που συναντάμε σε άλλα είδη της έντεχνης ζωγραφικής. Κατά συνέπεια στην λαϊκή ζωγραφική παρατηρούμε μια υποχώρηση της διανοητικότητας, έναντι της αμεσότητας του συναισθηματικού στοιχείου, αφού η διανοητικότητα δεν αποτελεί το πλέον ουσιαστικό στοιχείο στη ζωγραφική έκφραση και διαδικασία.

Αυτή η έλλειψη της ακαδημαϊκής γνώσης στη ζωγραφική διατύπωση, δεν είναι και δεν αποτελεί πάντα καθοριστικό κριτήριο ή αρνητική προϋπόθεση για την αισθητική και εκφραστική αξία του λαϊκού έργου, που από την άποψη αυτή, είναι απλά και μόνο διαφορετικό από τα υπόλοιπα είδη. Από μια άλλη οπτική, η λαϊκή ζωγραφική, που θα μπορούσε να ονομαστεί και «πριμιτιβισμός», δηλαδή πρωτογονισμός, διατηρεί ακέραια τη δύναμη της αθωότητας της απλής και ανεπιτήδευτης όρασης, που συναντάμε στις εικόνες των πρωτόγονων και των παιδικών ζωγραφιών, ακριβώς εξαιτίας της έλλειψης της ακαδημαϊκής καλλιτεχνικής εκπαίδευσης, καθώς η γνώση πολύ συχνά αφαιρεί από την αθωότητα και οδηγεί στην επιτήδευση της έκφρασης.

Παν. Ζωγράφου: "Η μάχη στους Μύλους"
Στην λαϊκή ζωγραφική πρέπει να περιληφθούν επίσης, έργα περασμένων εποχών που έχουν άμεση σχέση με την παράδοση, λαϊκή και θρησκευτική, όπως είναι οι εικόνες ξυλογραφιών στα διάφορα Συναξάρια και τους Βίους των Αγίων, διακοσμητικά μοτίβα και αναπαραστάσεις σε υφαντά κλπ. Ανάμεσα στα προσφιλή θέματα της λαϊκής ζωγραφικής συγκαταλέγονται εικόνες παρμένες από τους μύθους και τους λαϊκούς θρύλους, την ιστορία, την θρησκευτική παράδοση, λαϊκά ήθη και έθιμα, εικόνες από την ύπαιθρο και τους ανθρώπους της, διάφορα υπό εξαφάνιση επαγγέλματα κ.α.

Κορυφαίοι ανάμεσα στους Έλληνες λαϊκούς ζωγράφους είναι ο Παναγιώτης Ζωγράφος που φιλοτέχνησε τις αναπαραστάσεις μαχών του 1821, υπό την καθοδήγηση του στρατηγού Μακρυγιάννη, ο πολύ γνωστός σε όλους Θεόφιλος Χατζημιχαήλ από την Λέσβο, η Μαρία Πώπ, ενώ από τους ξένους παγκόσμια γνωστός είναι ο τελώνης, Γάλλος ζωγράφος Ρουσσώ.

Πέμπτη, 28 Αυγούστου 2014

ΚΛΑΣΙΚΟΙ ΠΙΝΑΚΕΣ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗΣ ΕΧΟΥΝ ΚΡΥΜΜΕΝΑ ΜΥΣΤΙΚΑ !


Πολλές φορές οι ζωγράφοι κάνουν διορθώσεις στα έργα τους ακόμη κι όταν αυτά έχουν ολοκληρωθεί. Οι λόγοι eίναι κάθε φορά διαφορετικοί. Με απλή παρατήρηση του πίνακα οι διαφοροποιήσεις σε είναι αντιληπτές, ωστόστο με
σάρωση του πίνακα με ακτίνες Χ οι αλλάγές αποκαλύπτονται και τα «μυστικά» του πίνακα φανερώνονται.
Ας δούμε μερικά χαρακτηριστικά παραδείγματα:
1.) Η φάλαινα στον πίνακα του Hendrick Van Anthonissen «Σκηνή στην Παραλία»
Perierga.gr - Κλασικοί πίνακες ζωγραφικής έχουν κρυμμένα μυστικά!
Όταν ο πίνακας του Ολλανδού ζωγράφου βρήκε το δρόμο του προς ένα μουσείο, ο συντηρητής αναρωτήθηκε τι κοιτούν οι άνθρωποι στην παραλία. Τελικά αποκαλύφθηκε ότι μια φάλαινα ήταν ο λόγος της συγκέντρωσης του πλήθους. Οι ερευνητές πιστέυουν ότι η φάλαινα αφαιρέθηκε για λόγους αισθητικής, καθώς κανείς δεν θα ήθελε μια νεκρή φάλαινα στο σαλόνι του.
2.) Η φιγούρα πίσω από τον «Ηλικιωμένο Κιθαρίστα» του Πικάσο
Perierga.gr - Κλασικοί πίνακες ζωγραφικής έχουν κρυμμένα μυστικά!
O Πικάσο είχε κάποια δύσκολα χρόνια στη ζωή του. Κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής δεν μπορούσε να αντέξει οικονομικά την προμήθεια υλικών. Έτσι, χρησιμοποίησε παλιούς καμβάδες που ήδη είχαν πάνω τους σχέδια.
Μια τέτοια περίπτωση είναι ο συγκεκριμένος πίνακας. Με την προσεκτική εξέταση του πίνακα μπορούμε να δούμε το περίγραμμα ενός άλλου σχήματος. Οι ακτίνες X αποκαλύπτουν μια γυναίκα που κρατάει ένα παιδί.
3.) Η μυστηριώδης εξαφάνιση του Βασιλιά της Ρώμης
Perierga.gr - Κλασικοί πίνακες ζωγραφικής έχουν κρυμμένα μυστικά!
Το πορτραίτο του Jacques de Marquet Montbreton de Norvins ζωγραφισμένο από τον Jean-Auguste-Dominique Ingre είναι ένα από τα πιο διάσημα παραδείγματα της πολιτικής επιρροής στην τέχνη. Το πορτραίτο του απεικονιζει τον επικεφαλής της αστυνομίας της Ρώμης, αφού ο Ναπολέων είχε κατακτήσει την πόλη.
Οι ερευνητές έχουν αποδείξεις ότι μια προτομή του γιου Ναπολέοντα (ο οποίος είχε τον τίτλο του βασιλιά της Ρώμης από τον πατέρα του) ήταν αρχικά στο κάδρο. Ωστόσο, μετά την ήττα του Ναπολέοντα, ο καλλιτέχνης θεώρησε πώς δεν ήταν ασφαλές να τον συνδέσουν με το Ναπολέοντα, και η κεφαλή καλύφθηκε.
4.) Νεκρό παιδί ή καρότσι με πατάτες;
Perierga.gr - Κλασικοί πίνακες ζωγραφικής έχουν κρυμμένα μυστικά!
«Ο άγγελος» είναι ένας πίνακας του Γάλλου Jean-François Millet από το 1859. Απεικονίζει δύο αγρότες στο χωράφι να κοιτούν ένα καρότσι με πατάτες. Η επεξεργασία μα ακτίνες Χ έδειξε ότι στη θέση του καροτσιού υπήρχε ένα μικρό φέρετρο.
Ο πίνακας σαρώθηκε με ακτίνες Χ όταν ο διάσημος Σαλβατόρ Νταλί επέμενε πώς ο πίνακας απαικονίζει μια σκηνή από κηδεία και αποδείχτηκε πως είχε δίκιο.
5.) Η «Προετοιμασία της Νύφης» δεν είναι ακριβώς αυτό που φαίνεται
Perierga.gr - Κλασικοί πίνακες ζωγραφικής έχουν κρυμμένα μυστικά!
Το έργο «Προετοιμασία της νύφης» είναι ένας ημιτελής πίνακας, που ήταν μέρος μιας σειράς που απεικονίζει τις παραδόσεις της γαλλικής αγροτικής ζωής από τον Gustave Courbet. Ζωγραφίστηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1800.
Οι ακτίνες Χ αποκάλυωαν κάτι συγκλονιστικό. Αρχικά η σκηνή που απεικονίζεται είναι μια κηδεία, και η υποτιθέμενη νύφη είναι το πτώμα.

trelogiannis.blogspot.gr
από

Δευτέρα, 24 Φεβρουαρίου 2014

Η ευτυχισμένη βοσκοπούλα





Που ήσουν πέρδικα καημένη κι ήρθες το πρωί βρεγμένη;
Ήμουνα πέρα στα πλάγια στις δροσιές και στα χορτάρια.
Τι έτρωγες πέρα στα πλάγια στις δροσιές και στα χορτάρια;
Έτρωγα το Μάη τριφύλλι κι είμαι όμορφη στα χείλη
 

και το Θεριστή σιτάρι κι είμαι όμορφη στα καλή

και τον Αύγουστο ρογούλα κι είμαι ροδοκοκκινούλα.

Τετάρτη, 4 Δεκεμβρίου 2013

Η εικόνα της Γεννήσεως

Γέννηση
έτος 1546
Mονή Σταυρονικήτα
Ξύλο, αυγοτέμπερα, 53 x 34 εκ.
Kρητική σχολή. Θεοφάνης ο Kρής
 

Στην εικόνα της Γεννήσεως, που δεν διατηρεί τις αρχικές σε πλάτος διαστάσεις, δεσπόζει στη σύνθεση το βραχώδες σπήλαιο, που πυργώνεται σάν φλόγα. Στο κέντρο της σύνθεσης πάνω σ' ένα πλάτωμα, που δημιουργείται μπροστά στην είσοδο του σπηλαίου, εικονίζεται η Παναγία γονατιστή, και όχι ξαπλωμένη, όπως συνηθίζεται, με τα χέρια σταυρωμένα πρό του στήθους, προσκυνώντας τον Xριστό, που βρίσκεται στο σπήλαιο μέσα σε χαμηλή μαρμάρινη φάτνη. Πίσω από τη φάτνη τα δύο ζώα θερμαίνουν με την πνοή τους το θείο βρέφος, προς το οποίο κατευθύνεται μια πλατιά φωτεινή δέσμη θεϊκού φωτός από το άστρο. Γύρω και κάτω από το σπήλαιο είναι τοποθετημένες συμμετρικά οι δευτερεύουσες σκηνές, οι εμπνευσμένες από τα Eυαγγέλια, κανονικά και απόκρυφα, και οι οποίες πλαισιώνουν και συμπληρώνουν το κύριο θέμα της Γεννήσεως. Kάτω αριστερά εικονίζεται καθισμένος ο Iωσήφ σκεφτικός και απομονωμένος, συνοδευόμενος από ένα γέροντα βοσκό, που στηρίζεται στο ραβδί του. Kάτω δεξιά είναι τοποθετημένη η σκηνή του λουτρού, η οποία απορρέει από το απόκρυφο Eυαγγέλιο του Iακώβου. H σκηνή απαρτίζεται από τη μαία, δεξιά, μια γυναίκα ηλικιωμένη που κάθεται καταγής, κρατώντας στην αγκαλιά της τον Xριστό, ενώ παράλληλα δοκιμάζει τη θερμοκρασία του νερού στην κολυμπήθρα. Aριστερά της κολυμπήθρας μια νέα γυναίκα, η Σαλώμη, χύνει νερό από ένα σταμνί. Πίσω από τη μαία διακρίνονται μία γάτα και ένα σκυλί που δε σώζονται ολόκληρα.
Αμέσως δεξιά από τη φάτνη ένας νεαρός βοσκός, στεφανωμένος, παίζει φλογέρα μπροστά από μια ομάδα προβάτων. Λίγο πιο πάνω ένας άλλος βοσκός, που είναι όρθιος, δέχεται από έναν άγγελο το χαρμόσυνο μήνυμα, ενώ αριστερά της κορυφής ένας πυκνός όμιλος αγγέλων εικονίζεται δοξολογών. στην ίδια πλευρά, αλλά σε χαμηλότερο επίπεδο οι τρεις μάγοι έρχονται έφιπποι για να προσκυνήσουν, ατενίζοντας το άστρο που τους οδηγεί. Πάνω στο χρυσό βάθος της εικόνας, που επιστέφεται με ένα γαλάζιο τοξωτό πλαίσιο, είναι γραμμένη η ακόλουθη επιγραφή: H ΓENNHΣIΣ TOY X(PIΣTO)Y.
Από εικονογραφική άποψη η εικόνα της Γεννήσεως, εάν εξαιρέσουμε την στάση της Παναγίας, εντάσσεται στην παράδοση της κρητικής σχολής του 15ου αιώνα, που διαμορφώθηκε την περίοδο αυτή με βάση παλαιολόγεια πρότυπα (Xατζηδάκης 1977, αρ. 39, πίν. 35, 97. Xατζηδάκης 1986 (1), σ. 78-79. From Byzantium toEl Greco, 1987, αρ. 30. Xατζηδάκη 1993, αρ. 12).
Eιδικότερα η εικόνα της Mονής Σταυρονικήτα, που έχει το αυτό εικονογραφικό σχήμα με την τοιχογραφία της Γεννήσεως στο Kαθολικό της Mονής (1545-1546), εάν εξαιρέσουμε την Παναγία που είναι γονατιστή και όχι ξαπλωμένη, τόσο στο γενικό εικονογραφικό σχήμα, όσο και στις λεπτομέρειες απορρέει από την σκηνή της Γεννήσεως της εικόνας της Δεήσεως με το Δωδεκάορτο, έργο του Nικόλαου Pίτζου γύρω στο 1500, που βρίσκεται στο Σεράγεβο (Xατζηδάκης 1977, πίν. 202). Θά πρέπει ωστόσο να σημειώσουμε ότι το θέμα της γονατιστής Παναγίας, που δεν είναι οικείο στην εικονογραφία της Γεννήσεως στην τέχνη της Oρθόδοξης Aνατολής, εμφανίζεται για πρώτη φορά σε έργα της κρητικής σχολής του 15ου αιώνα, όπως είναι η σκηνή της Γεννήσεως στο τρίπτυχο του Nικ. Tζαφούρη (1489-1507) στην Πετρούπολη (Chatzidakis 1974 (2), πίν. IZ', 1-2). Aπό την παράδοση αυτή αντλεί ο Θεοφάνης τον εικονογραφικό τύπο της γονατιστής Παναγίας, τον οποίον χρησιμοποιεί όχι μόνο στην εικόνα της Γεννήσεως του Δωδεκαόρτου, αλλά και στην ομώνυμη τοιχογραφία στο Kαθολικό της Mονής (Πατρινέλης - Kαρακατσάνη, Θεοχάρη 1974, σ. 70. Xατζηδάκης 1986, σ. 71, εικ. 83).
πηγή Bιβλιογραφία: Chatzidakis 1969-1970, εικ. 69. Πατρινέλης - Kαρακατσάνη - Θεοχάρη 1974, σ. 70, εικ. 16. Tο Δωδεκάορτο, αρ. 2.

Τετάρτη, 27 Νοεμβρίου 2013

Ο Πάμπλο Πικάσο αποκάλυψε: "Είμαι ένας απατεώνας"

Ο επιφανής ζωγράφος Πάμπλο Πικάσο σε συνέντευξή του στο συγγραφέα Τζιοβάνι Παπίνι είπε:
«Στην τέχνη, ο λαός δεν αναζητά πλέον ανακούφιση και εξύψωση. Αλλά οι
λεπτεπίλεπτοι, οι πλούσιοι, οι αργόσχολοι, αναζητούν το καινούργιο, το παράδοξο,
το πρωτότυπο, το ασυνήθιστο, το σκανδαλώδες. Και εγώ, από τον κυβισμό και
έπειτα, ικανοποίησα τους σοφούς και τους κριτικούς με όλες τις

ευμετάβλητες σαχλαμάρες που μου έρχονται στο κεφάλι,
και όσο λιγότερο με καταλάβαιναν τόσο περισσότερο με θαύμαζαν. Με το να διασκεδάζω με αυτά τα παιχνίδια, αυτές τις κουταμάρες, αυτές τις σπαζοκεφαλιές, έγινα διάσημος και μάλιστα πολύ γρήγορα. Και η διασημότης για ένα ζωγράφο σημαίνει πωλήσεις,
κέρδη, περιουσία, πλούτη. Και σήμερα -όπως ξέρεις- είμαι διάσημος, είμαι πλούσιος.
Αλλά όταν βρίσκομαι μόνος με τον εαυτό μου, δεν έχω το κουράγιο να θεωρούμαι
καλλιτέχνης με τη μεγάλη και την παλιά σημασία της λέξεως. Αυτοί ήσαν μεγάλοι
ζωγράφοι, ο Τζιότο, ο Ρέμπραντ, ο Τισιανός, ο Γκόγια.  

Δεν είμαι παρά ένας κοινός σαλτιμπάγκος, που κατάλαβε το πνεύμα των καιρών του και εξήντλησε όσο καλύτερα μπορούσε τη βλακεία, τη ματαιοδοξία, τη φιλοχρηματία των συγχρόνων του. Είναι πικρή η εξομολόγηση μου, πιο βλαβερή απ' όσο φαίνεται, αλλά έχει τη χάρη να είναι ειλικρινής».
(«Δημοσιογραφική» τεύχος Μαρτίου 1999, διά περισσότερα εις «Βήμα» 14-3-1999)

πηγή

Δευτέρα, 9 Σεπτεμβρίου 2013

Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΗΣ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗΣ


Η ζωγραφική είναι η τέχνη της απεικόνισης του κόσμου πού ζούμε αλλά και του κόσμου της φαντασίας μας.
Η μια πλευρά, αυτή πού έχει να κάνει με τον κόσμο πού βλέπουμε και νοούμε, και όσοι ζωγράφοι καταπιάνονται με τέτοια έργα, σχετίζετε με την λογική μας. Είναι η ανάγκη να αποδώσουμε την ομορφιά πού καθρεπτίζουν τά μάτια μας μέσα μας.
 Για τον λόγο λοιπόν αυτόν,  ότι  ζωγραφίζουμε αντιγράφοντας την φύση , είναι πάντα ωραίο , αποδεκτό, θαυμαστό , και συνήθως  ο καλλιτέχνης πού το  δημιούργησε χαρακτηρίζετε από το ευρύ κοινό  , Ζωγράφος.
Παρατηρούμε λοιπόν πώς αυτό πού συμμετέχει σε αυτήν την έκφραση, ζωγραφίζοντας τοπία, ανθρώπους , ζώα, άνθη, σπίτια , δρόμους, είναι  η αίσθηση της οράσεως.  Αυτό πού βλέπουμε και το εκφράζουμε με το πινέλο είναι η ανάγκη να  διαιωνίσουμε την όμορφη εκείνη εικόνα πού αντικρίζουμε  και μας αγγίζει μέσα μας. Μας  συγκινεί.
Τώρα,  ο κλασσικός ζωγράφος εννοείτε πώς  πάντα βάζει την φαντασία του ,  δεν είναι φωτογράφος.  Έτσι βλέπουμε ότι σε ένα τοπίο , ο δημιουργός του έργου , βλέπει τά χρώματα , τά σύννεφα, τά βουνά, το νερό, τά πουλιά πού πετούν, τά λουλούδια, με έναν δικό του τρόπο. Τελείως προσωπικό.  Ακόμα και η σύνθεση πού θα κάνει δύο διαφορετικών θεμάτων πού θα αποδώσουν ένα νέο τελείως θέμα αφορά την συμμετοχή της φαντασίας.
Όταν  ‘όμως ο καλλιτέχνης ζωγραφίζει  από τον κόσμο της φαντασίας του και μόνο , αφορά τον εσωτερικό και μόνο κόσμο του. Είναι η έκφραση του τι και πώς νοιώθει τά πράγματα του εξωτερικού κόσμου πού ερεθίζουν τις αισθήσεις του.  Όλες οι αισθήσεις λαμβάνουν μέρος. Μπορεί  η όσφρηση από  μόνη της να ερεθίσει την δημιουργικότητα του. Ένα άρωμα είναι ικανό να του γεννήσει πάρα πολλές εικόνες. Ένα συναίσθημα  πού  έχει ως αφορμή αναδύσεως από το άκουσμα  μιάς μελωδίας.  Η αίσθηση ενός αγγίγματος  μπορεί να τον παρασύρει να πιάσει τον χρωστήρα και να ανακατέψει τά χρώματα πάνω στον καμβά για να βγάλει την φαντασία του.
Αυτός όμως ο καλλιτέχνης πού ζωγραφίζει μόνο από τον κόσμο της φαντασίας του , δεν είναι πάντα αποδεκτός από το ευρύ κοινό.   
Έτσι λοιπόν βλέπουμε πώς από την μια ο ζωγράφος  πού αποδίδει κλασικά είναι και πιο εύκολο να γίνει εμπορικός ζωγράφος, ενώ  αυτός πού ζωγραφίζει τον κόσμο των συναισθημάτων πού του γεννά  έναν δικό του κόσμο  δεν είναι αποδεκτός πάντα από τους πολλούς.
Αυτό το βλέπουμε λοιπόν και στην ζωή γενικά.  Όσοι συμμετέχουν σε έναν κοινό κόσμο, όσοι  αισθάνονται και νοιώθουν κοινά τά ίδια πράγματα με τους άλλους  , είναι κατανοητοί, αποδεκτοί, «λογικοί», μέσα σε ένα ανθρώπινο σύνολο. Μέσα στην κοινωνία.
Αντιθέτως, οί άλλοι, αυτοί πού βλέπουν άλλα πράγματα, αισθάνονται διαφορετικά τον κόσμο,  αυτοί πού έχουν μια δική τους λογική για το κάθε τι, αυτοί δύσκολα βρίσκουν ανταπόκριση από τους πολλούς. Συνήθως είναι μόνοι και αποκομμένοι.  Τους ονομάζουν και αντικοινωνικούς.
Και πολλές φορές επικίνδυνους.  Επικίνδυνους για το σύστημα . Γιατί αυτοί απαιτούν , δεν ακολουθούν. 
ΣΟΦΙΑ ΒΛΑΧΟΥ

Παρασκευή, 24 Μαΐου 2013

ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗΣ


ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗΣ
Του ζωγράφου +Νίκου Χατζηκυριάκου Γκίκα
Εἰκόνα
Τίτλος: Ο άγιος Προκόπιος
Χρονολογία: 1315-1320 μ.Χ
Υλικό: Νωπογραφία
Προέλευση: Κωνσταντινούπολη, Μονή της Χώρας, παρεκκλήσιο
Πηγή: Αχειμάστου-Ποταμιάνου, Μ., Βυζαντινές Τοιχογραφίες, Ελληνική Τέχνη, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 1995.

.......................................
Για μας τους ΄Έλληνες υπάρχει ζωντανή και η άλλη πλευρά: Η Βυζαντινή παράδοση .
 Εκείνη ακριβώς που ονειδίζεται, λοιδορείται από τους "νέους" σαν τον Σαβέττα ή τον Τζιόττο.
Στην βυζαντινή ζωγραφική δεν θα συναντήσουμε τα νατουραλιστικά στοιχεία που παρατηρήσαμε στην Ιταλική Πρωτο-Αναγέννηση και ακόμη λιγότερο τις αισθησιακές προεκτάσεις της . Ακόμη και η αφηγηματικότης είναι περιορισμένη στο ελάχιστον.
Δεν υπάρχουν εγκόσμιοι άγιοι, ούτε εγκόσμιες πράξεις ή σκηνές, ούτε προσωπογραφίες, ιδιωτικές κατοικίες, παλάτια μεγιστάνων, πόλεις, αρχιτεκτονικά τοπία, ερείπια και φυτά με τα οποία βρίθει η Ιταλική Αναγέννησις. Αν φαίνεται κάπου ένα κτήριο είναι πάντοτε το ίδιο συμβατικό σχήμα με την ίδια πάντα ανεστραμμένη προοπτική, με το ίδιο πάντα απλωμένο παραπέτασμα. Αν αναπαραστώνται βράχοι παίρνουν μορφή υπερκαθημένων , τραπεζοειδών και πολυεδρικών στερεών που αγνοούν την προοπτική του τόνου και του χρώματος.
Ουσιαστικά η "φύσις" δεν υπάρχει.
 Το φόντο είναι ουδέτερο, χρυσό ή μονόχρωμο. Αν πρόκειται για δάσος, ένα δένδρο αρκεί. Έτσι, ποτέ δεν θα μας δώσει ο βυζαντινός τεχνίτης ένα ρομαντικό τοπίο όπως του Κλώντ ή του Πουσσέν. Και όμως στον Άγιο Μάρκο της Βενετίας, στο ψηφιδωτό εκείνο όπου ο Χριστός προσεύχεται μόνος επί του Όρους Ελαιών, υπάρχουν βράχοι εξαίσιοι, "αληθινοί" και αγκάθια τόσο ξερά και μυρωδάτα που σε κάνουν να απορείς και να αναλογιστείς τι άρα γε θα έκαναν, τι θαύματα, αν οι βυζαντινοί τεχνίται επέτρεπαν στον εαυτό τους την αναπαράσταση της φύσεως. Άλλ' ούτε οι ίδιοι το επέτρεπαν στον εαυτό τους ούτε η εκκλησιαστική εξουσία.
 Άλλες είναι οι επιδιώξεις της βυζαντινής τέχνης. 
Άλλος ο προορισμός της. 
Η βυζαντινή τέχνη είναι μοναδική και άφθαστη στο ότι επενόησε σχήματα ταυτόσημα με σύμβολα υπερβατικά των αχράντων μυστηρίων, λειτουργικούς αίνους που βασίζονται σε μίαν υπερκόσμια γεωμετρία, κατοπτρισμούς ουρανίων ενοράσεων, νοητά αρχέτυπα – κάτι σαν άλλου είδους Ινδικά ή Θιβετιανά "μάνταλα".
 Δεν υπάρχει τέχνη πιο αυστηρή. 
Κοιτάζοντας την περίτεχνη αλληλουχία, διαβάθμιση και αλληλοεξάρτηση των σχημάτων, άγεται κανείς στο συμπέρασμα ότι πρόκειται περί τέχνης που εφ ήρμοσε την άτεγκτη αναγκαιότητα της μηχανικής επιστήμης στην έκφραση του θρησκευτικού συναισθήματος. Δεν υπάρχει εδώ ο λυρισμός του Σασσέτα ούτε αισθηματολογία ούτε καν αίσθημα, αλλά μία κρύα, παγερή κατασκευή που δεν επιδέχεται ούτε προσθήκη ούτε τελειοποίηση. Αν τελειοποιηθεί θα αλλάξει αναγκαστικά είδος και θα προσλάβει άλλη μορφή. Τα πάντα έχουν τυποποιηθεί. Τα σχήματα, τα φώτα, τα ημιτόνια, οι σκιές. Στην βάση υπάρχει η γραμμική-γεωμετρική σύνθεσις που συνεχώς θυμίζει τον μαθηματικό γνώμονα. Κάθε σχήμα εντάσσεται και προέρχεται από τα προηγούμενα. Είναι ένας Αριστοτελικός συλλογισμός, μία αλγεβρική εξίσωσις αλάνθαστη.
Ο καλλιτέχνης δεν υπάρχει.
 Έχει αφομοιωθεί με την απόδοση μιάς οντότητας που τον απορροφά και τον εξουθενώνει ολοκληρωτικά.
Τα υπερφυσικά όντα που εικονίζει έχουν την πληρότητα και την στιλπνότητα του ατσαλιού. Η σοφή τοποθέτησις των τριγωνικών ή γωνιακών φώτων, οι λεπτότατες γραμμικές ψιμυθιές, οι γραμμικές σκιές και όλος ο ρυθμός της αφηρημένης αυτής φωτοσκιάσεως μεταμορφώνει τα όντα τούτα σε κινητές πανοπλίες που αντανακλούν ή απορροφούν το φως με τις ακμές και τις υπερ-λείες τους επιφάνειες.
Οι στάσεις τους είναι μετωπικές και ιεραρχικές, τα πρόσωπα με υποτυπώδη έκφραση, αυστηρή και κάποτε, σχεδόν βλοσυρή, οι πτυχώσεις σχεδιασμένες με ευθείες γραμμές και λιγοστές καμπύλες προσεκτικά ζυγισμένες, έτσι που δίνουν την εντύπωση σαν να είναι τραβηγμένες με τον χάρακα. Τεντωμένες σαν την νευρή του δοξαριού, σαν υποτείνουσες τριγώνων, σαν χορδές κύκλων, σαν παραβολές και υπερβολές, γραμμένες, χαραγμένες, καρφωμένες στην σανίδα ή το σοβά, έτσι, που να μη μπορούν να ξεφύγουν, να χαλαρώσουν, να ξετεντωθούν, να λυγίσουν και να μαραθούν.
Εἰκόνα
Τίτλος: Αρχάγγελος, τμήμα από την ένθρονη Παναγία με αρχαγγέλους
Χρονολογία: π. 1180 μ.Χ
Υλικό: Νωπογραφία
Προέλευση: Καστοριά, Άγιοι Ανάργυροι
Πηγή: Αχειμάστου-Ποταμιάνου, Μ., Βυζαντινές Τοιχογραφίες, Ελληνική Τέχνη, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 1995.



Είναι μία νοητή κατασκευή που έχει όγκο , αλλά ελάχιστο όγκο, που καταλαμβάνει τον τρισδιάστατο χώρο, αλλά τον καταλαμβάνει μόλις.
Ποιος κατ' αρχήν εφεύρε και επενόησε το στυλ αυτό της ζωγραφικής είναι άγνωστον, αλλά κάποιος σοφός και ιδιόμορφος και τολμηρός τεχνίτης πρέπει να συνέθεσε τα ιδιάζοντα τούτα στοιχεία.
Δεν είναι δυνατόν να εγεννήθηκαν σποραδικά και τυχαία και συν τω χρόνω. Η αφετηρία βεβαίως βρίσκεται όπως ξέρουμε στην ελληνιστική τέχνη της παρακμής κυρίως.
 Πράγματι, η βυζαντινή τεχνοτροπία έχει διαφυλάξει πιστά το μάθημα της ελληνιστικής εποχής.
Κάτω από την αυστηρή, την άτεγκτη και σκληρή παρουσία της, βρίσκεις, αν σκάψεις, όλη τη γνώση των επιπέδων, αξόνων, συνθέσεων, φωτοσκιάσεων καθώς και της αναγλυφικότητος κατά το σύστημα της αρχαίας.
 Αλλά από την ελληνιστική τέχνη κάποιοι διανοούμενοι και δαιμόνιοι πρωτομάστορες διεμόρφωσαν πρώτοι, καθώς υποπτεύομαι, άγνωστον πότε, αλλά ίσως κατά τον 3ο μ. Χ. αιώνα τον απόκοσμο τούτο βυζαντινό ρυθμό. Δεν αρκέστηκαν να υιοθετήσουν την γνώση του χρώματος, την κλασσική γραμμή, την ένοια της συνθέσεως. Πήραν και κάποιες νοητές αρχές που ανάγονται σε δύο πηγές:
Αφ' ενός, στα επιστημονικά επιτεύγματα του μαθηματικού γεωμέτρου ΄Ηρωνος όπως είναι τα "πνευματικά" και η "Κατοπτρική".
 Αφ' ετέρου, στις μεταφυσικές και αισθητικές θεωρίες του Πλωτίνου, και μέσω αυτού της θεωρίας των ιδεών του Πλάτωνος.

Το βαθύ αυτό και ολοκληρωμένο σύστημα γνώσεων, το φυλαγμένο μέσα της, η βυζαντινή τέχνη το μετέδωσε ολόγυρα, σε πάμπολλες άλλες τέχνες, πρωτίστως δε στην νηπιακή τέχνη της Δύσεως.
 Αν λοιπόν εσυκοφαντήθη ως βάρβαρος είναι μόνο από όσους δεν αντελήφθησαν τι περιείχε πέραν από την ξηρότητα και αυστηρότητά της καθώς και τι προσέφερε. 
Ουσιαστικώς προσ έφερε τα πάντα. Ήταν η τέχνη η διδάσκαλος, όπως θα έλεγε ο Καβάφης: "Εις κάθε λόγον, εις κάθε έργον η πιο σοφή". Δυστυχώς υπάρχουν ακόμη στην Δύση πολλά εγχειρίδια και ιστορίαι της τέχνης ή του σχεδίου που αγνοούν και παραλείπουν τις αρχές τούτες της βυζαντινής παιδείας και παρουσιάζουν ως εκ τούτου μία παραμόρφωση της πραγματικότητας ξεκινώντας αυθαίρετα από την Τέχνη της Φλωρεντίας με τον Ντούτσιο, τον Ορκάνια, και τέλος τον Τζιότο.

Νίκος Χατζηκυριάκος Γκίκας
Εἰκόνα
Τίτλος: Οι Απόστολοι πιστοποιούν τη Μετάσταση, τμήμα από την Κοίμηση της Θεοτόκου
Χρονολογία: 1313-1314 μ.Χ
Υλικό: Νωπογραφία
Προέλευση: Μονή της Στουντένιτσα, Ναός των Αγίων Ιωακείμ και Άννας
Πηγή: Αχειμάστου-Ποταμιάνου, Μ., Βυζαντινές Τοιχογραφίες, Ελληνική Τέχνη, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 1996.

ἀπό ΚΑΤΣΟΥΛΑ ΑΜΑΛΙΑ
πηγή 

Τρίτη, 2 Απριλίου 2013

Μαρία Σιμπίλα Μέριαν - Maria Sibylla Merian

Maria Sibylla Merian (2, Απριλίου 1647 - 13 Ιανουαρίου 1717) ήταν μία φυσιοδίφης και εικονογράφος η οποία μελέτησε τα φυτά και τα έντομα και έκανε λεπτομερείς πίνακες γι 'αυτα. Λεπτομερείς παρατηρήσεις και τεκμηρίωση για την μεταμόρφωση της πεταλούδας την κάνει μια σημαντική αν και όχι γνωστή, για την συμβολή της στην εντομολογία.

Τετάρτη, 6 Μαρτίου 2013

"Η ΜΗΛΙΑ"

"Η ΜΗΛΙΑ"

 Μήλο μου κόκκινο 

 Μήλο μου κόκκινο ρόιδο βαμμένο
μήλο μου κόκκινο ρόιδο βαμμένο
γιατί με μάρανες τον πικραμένο
γιατί με μάρανες τον πικραμένο

Παένω κι έρχομαι μα δε σε βρίσκω
παένω κι έρχομαι μα δε σε βρίσκω
βρίσκω την πόρτα σου μανταλωμένη
βρίσκω την πόρτα σου μανταλωμένη

Τα παραθυρούδια σου φεγγοβολούνε
τα παραθυρούδια σου φεγγοβολούνε
ρωτώ την πόρτα σου "πού πάει η κυρά σου;"
ρωτώ την πόρτα σου "πού πάει η κυρά σου;"

Κυρά μ’ δεν είνι δω πάεισι στη βρύση
κυρά μ’ δεν είνι δω πάεισι στη βρύση
πάεισι να πιει νερό και να γεμίσει
πάεισι να πιει νερό και να γεμίσει

 

Η μηλιά  

Στίχοι:  
Παραδοσιακό

 Ποτάμι νεπλημμύρισε, σε περιβόλι μπαίνει,
ποτίζει δέντρ’ αρίθμητα, μηλιές και κυπαρίσσια
και μια μηλιά γλυκομηλιά νερό δεν τη φελάει.
Κινά η μηλιά και ψήγεται και κιτρινοφυλλιάζει.
Κι άλλη μηλιά τήνε ρωτά, κι άλλη μηλιά της λέει.

"Τι έχεις, μηλιά, και ψήγεσαι και κιτρινοφυλλιάζεις;
Μην είν’ τα μήλα σου βαριά, μην το νερό σου λείπει,
κι από τα κλωναράκια σου κανένα μη ραγίστη;

Δεν είν’ τα μήλα μου βαριά, μηδέ νερό μου λείπει,
κι από τα κλωναράκια μου κανένα δε ραγίστη.
Άγουρος με ξανθή κόρη στη ρίζα μου φιλιώνταν,
κι όρκο κάμαν στους κλώνους μου να μη ξεχωριστούνε,
τώρα ξεχωριστήκανε και κιτρινοφυλλιάζω."

http://www.stixoi.info/




Τρίτη, 8 Ιανουαρίου 2013

Σάββατο, 20 Οκτωβρίου 2012

H Ιστορία της Αγιογραφίας

Η γέννησή της

Η αγιογραφία ως τέχνη εμφανίζεται με την ίδρυση του Βυζαντινού κράτους το 330 μ.Χ. Πολλοί θεωρούν ότι τα πρώτα έργα αυτής της τέχνης τα συναντούμε στις τοιχογραφίες των κατακομβών της Ρώμης. Όμως τα κύρια χαρακτηριστικά της βυζαντινής τέχνης, αρχίζουν να διαμορφώνονται κατά την μέση βυζαντινή περίοδο (867- 1204). Η Κωνσταντινούπολη, εκτός από πρωτεύουσα του νέου κράτους, θα γίνει για τους επόμενους αιώνες και η πρωτεύουσα της τέχνης, όχι μόνο για το Βυζάντιο αλλά και για όλη την Ευρώπη. Μετά την πρώτη άλωση της πόλης από τους Φράγκους το 1204 η Θεσσαλονίκη θα διαδεχθεί την Κωνσταντινούπολη ως καλλιτεχνικό κέντρο. Η αγιογραφία καθώς και όλες οι βυζαντινές τέχνες θα φθάσουν στο απόγειό τους κατά την περίοδο των Παλαιολόγων. Εύχρηστη, λιγότερο δαπανηρή από τα ψηφιδωτά – προσιτά μόνο σε υψηλούς κύκλους – γρήγορη σε εκτέλεση, απευθυνόμενη ως μέσο κατήχησης σε όλα τα κοινωνικά στρώματα, θα διαδοθεί σε όλο το γεωγραφικό εύρος της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, αλλά και σε όλες τις χώρες θρησκευτικής και πολιτισμικής επιρροής.

Η πτώση και η αναγέννηση

Κατά την διάρκεια της τουρκοκρατίας η τέχνη της αγιογραφίας αρχίζει σιγά σιγά να σβήνει. Τον δέκατο έβδομο αιώνα και για τους επόμενους τέσσερις σχεδόν αιώνες θα χάσει το παγιωμένο, διαχρονικό και αναλλοίωτο βυζαντινό ύφος της. Οι βυζαντινές εικόνες θα αντικατασταθούν από θρησκευτικές ζωγραφιές με ανάμεικτα βυζαντινά και αναγεννησιακά στοιχεία. Στις αρχές του 20ού αιώνα,ο Φώτης Κόντογλου θα επιχειρήσει να ανασύρει από το σκοτεινό βάραθρο της λήθης την ιερή τέχνη της ορθόδοξης εικονογραφίας. Το εγχείρημά του θα πετύχει και χάρη σ’ αυτόν η αγιογραφία θα αναγεννηθεί. Σήμερα η άγια αυτή τέχνη, παρουσιάζει τεράστια άνθηση και η Ελλάδα μπορούμε να πούμε ανεπιφύλακτα ότι είναι η μητρόπολη της ορθόδοξης εικονογραφίας. Οι έλληνες αγιογράφοι, κληρονόμοι μιας τεράστιας πολιτιστικής κληρονομιάς, μένοντας πιστοί στο πνεύμα της εκκλησιαστικής μας παράδοσης, οδηγούν την αγιογραφία στην νέα χιλιετία, συνεχίζοντας το μακραίωνο ταξίδι της στο χρόνο.

Ο χαρακτήρας της

 Η αγιογραφία είναι μια τέχνη με την δική της εικαστική φιλοσοφία και τις δικές της εικαστικές αξίες που μένουν σταθερές και αναλλοίωτες μέσα στον χρόνο. Η τέχνη υπακούει σε ένα εικαστικό σύστημα με συγκεκριμένους νόμους και αρχές που την διέπουν σε όλες τις περιόδους της μακραίωνης πορείας της. Για την Ορθόδοξη Εκκλησία η εικόνα είναι η εικαστική γλώσσα που εκφράζει τα δόγματά της, τόσο καλά όσο και ο λόγος. Στην ορθόδοξη εικονογραφία δεν υπάρχει χώρος για προσωπικές εμπνεύσεις ή αυτοσχεδιασμούς. Ο αγιογράφος όταν αγιογραφεί παραμερίζει τελείως τα συναισθήματά του και τις ιδέες του. Ο άγιος Φώτιος μας λέει ότι η τέχνη της εικονογραφίας είναι θεόπνευστη, ότι το χέρι του αγιογράφου κινείτε άνωθεν κι ότι τα θαυμαστά που πέτυχαν οι αγιογράφοι όλων των εποχών είναι καρπός του αγίου πνεύματος. Η αγιογραφία αντλεί τα θέματά της από την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη, τους βίους των αγίων και ονομάζεται έτσι γιατί παριστά άγια πρόσωπα και άγιες υποθέσεις. Η βυζαντινή εικονογραφία είναι κυρίως προσωπογραφική, με κυρίαρχη τη μορφή του Χριστού, ο οποίος είναι και η κεφαλή της Εκκλησίας. Η αγιογράφηση των ναών δεν έχει χαρακτήρα διακοσμητικό. Οι φορητές εικόνες, τα ψηφιδωτά, οι τοιχογραφίες, αποτελούν για τους πιστούς ένα ευανάγνωστο βιβλίο, μέσω του οποίου ο πιστός αγιάζεται και αποκτά άμεση σχέση με την χάρη και την υπόσταση των εικονιζόμενων αγίων. Ο σκοπός της ιερής αυτής τέχνης δεν είναι η αναπαράσταση, ούτε η εξιστόρηση γεγονότων, έτσι ώστε αυτά να έρθουν στην μνήμη των πιστών. Η εικόνα είναι άφωνη, αλλά μιλά. Ο πιστός έρχεται σε άμεση επαφή με τον εικονιζόμενο, τον βλέπει, τον ασπάζεται με τα χείλη, με τα μάτια, με τη ψυχή. Η εικονογραφία λοιπόν δεν είναι απλά ένα είδος ζωγραφικής. Είναι μια τέχνη ιερή και λειτουργική. Μέσω των αγίων εικόνων γίνονται ορατά στα μάτια των πιστών τα γεγονότα της θείας οικονομίας, τα οποία συνέβαλαν στην σωτηρία του ανθρώπου. Η έκθεση αυτών των εικονογραφικών θεμάτων γίνεται στο εσωτερικό των ορθόδοξων ναών.

Ο Ορθόδοξος ναός

Για να κατανοήσουμε καλύτερα τον ρόλο και την λειτουργία της βυζαντινής σύνθεσης και εικόνας, πρέπει να αναφερθούμε στην αρχιτεκτονική του ορθόδοξου ναού και τον συμβολικό χαρακτήρα της. Το σύμβολο της ορθόδοξης πίστης είναι ο σταυρός και για ευνόητους λόγους ο ρυθμός που καθιερώθηκε μετά τον έβδομο αιώνα είναι ο εγγεγραμμένος σταυροειδής με τρούλλο. Το κτίσμα αυτού του ρυθμού περιέχει δυο σχήματα. Ένα ημισφαίριο, τον τρούλλο και ένα τετράγωνο, τον ναό.
Ο τρούλλος συμβολίζει τον άκτιστο, τον ουράνιο κόσμο και το τετράγωνο συμβολίζει τον γήινο κόσμο. Στον τρούλλο, επάνω από το γήινο εκκλησίασμα, δεσπόζει η εικόνα του Χριστού Παντοκράτορα, περιστοιχισμένο από αγγελικές δυνάμεις και προφήτες οι οποίοι προφήτεψαν την ενανθρώπησή Του. Στο κτίσμα που ακολουθεί κάτω από τον τρούλλο ιστορούνται με ιεραρχημένη διάταξη οι άγιοι και τα σημαντικότερα γεγονότα της θείας οικονομίας.

Η διαφορά από τις άλλες μορφές τέχνης

Συγκρίνοντας την βυζαντινή αγιογραφία με την αντίστοιχη αναγεννησιακή θρησκευτική ζωγραφική, θα διαπιστώσουμε ότι υπάρχουν πολλές και ουσιαστικές διαφορές, οι οποίες καθιστούν τη αγιογραφία μια μοναδική τέχνη. Στα θρησκευτικά θέματα της Δύσης κυριαρχεί ο ρεαλισμός και ο ανθρωπομορφισμός. Όλα ζωγραφίζονται όπως ακριβώς φαίνονται. Τα πρόσωπα των αγίων είναι αμετουσίωτα και κοσμικά, πιστά αντίγραφα των μοντέλων που χρησιμοποίησε ο ζωγράφος. Στην βυζαντινή εικόνα όλα πρέπει να μετουσιωθούν σε πνεύμα. Όλα πρέπει να αγιασθούν, ακόμη και τα άψυχα, τα βουνά τα δένδρα τα κτίρια. Τίποτε δεν πρέπει να μείνει όπως φαίνεται. Το ύφος της βυζαντινής εικονογραφίας είναι ποιητικό και λιγότερο κοσμικό. Οι εικόνες δεν μοιάζουν με φωτογραφίες. Οι φωτογραφίες είναι ρεαλιστικές, άψογα αντίγραφα των προσώπων που παριστούν, άλλα εικονίζουν μόνο το επιφανειακό και όχι το εσώτερο. Ο αγιογράφος λαμβάνει υπόψη τα φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά του αγίου, αλλά τα ζωγραφίζει με τέτοιο τρόπο ώστε η εικόνα να προβάλει περισσότερο την αγιοσύνη και λιγότερο την εξωτερική του εμφάνιση. Όλα τα έργα της κοσμικής ζωγραφικής είναι επηρεασμένα από τα συναισθήματα, τις ιδέες και την ψυχική κατάσταση του καλλιτέχνη. Μια τέτοια εικόνα, στην οποία κυριαρχεί το προσωπικό και το υποκειμενικό, δεν μπορεί να έχει καμιά λειτουργική αξία. Η ορθόδοξη αγιογραφία βαδίζει στο μονοπάτι της αυταπάρνησης, της υποταγής του «εγώ», το οποίο συνθλίβεται μπροστά στην αποκαλυφθείσα αλήθεια. Η αγιογραφία είναι εκκλησιαστικό διακόνημα και το έργο του αγιογράφου μοιάζει με το έργο του ιερέως. Ο άγιος Θεοδόσιος ο ερημίτης μας λέει: « ο ένας συνθέτει το Σώμα και το αίμα του Κυρίου και ο άλλος το παριστά».

πηγή 

Πέμπτη, 27 Σεπτεμβρίου 2012

Τετάρτη, 25 Ιουλίου 2012

Όπου δεν υπάρχει ταπείνωση, λείπει η αγάπη


Σήμερα βλέπει κανείς
Πιο πολύ από άλλον καιρό
Τον άνθρωπο να`ναι κολλημένος στην αμαρτία
Και να`ναι ταραγμένος
Μ`όλο που θαρρεί πως η ευτυχία του
Είναι στηριγμένη γερά
Στα τελειοποιημένα συστήματα της ζωής του.
Ποτέ δεν φοβότανε τόσο πολύ ο άνθρωπος τη φτώχεια
Την αρρώστεια, και το θάνατο
Όσο τα φοβάται τώρα, που δε φοβάται το Θεό.
Ζητήσετε τον Κύριο, ως κατάδικοι,  λέγει ένας άγιος
Και δυναμωθείτε με την ελπίδα του.
Εμείς οι σημερινοί άνθρωποι δεν έχουμε ταπείνωση
Δεν κάνουμε υπομονή
Δεν μπορούμε να βαστάξουμε στην αδικία
Γιατί δεν έχουμε αυτή την ελπίδα που γλυκαίνει τις πίκρες.
Κι όχι μονάχα δεν έχουμε ταπείνωση, μα δεν μας αρέσει κι ο ταπεινός άνθρωπος
Γιατί δεν έχουμε ήμερα αισθήματα.
Όπου δεν υπάρχει ταπείνωση, δεν υπάρχει αγάπη.
Όπου υπάρχει αγάπη, δεν υπάρχει υπερηφάνεια.
Όποιος αγαπά τις κολακείες και την καλοπέραση, δεν μπορεί να`χει ταπεινά αισθήματα.
Όλα είναι δεμένα, το`να με τ`άλλο, τα καλά καθώς και τα κακά.
Είναι παράξενο πράγμα πως κατάντησε ο άνθρωπος σε τέτοια παραμόρφωση της ψυχής
Ώστε να του φαίνεται πως ο νόμος του Θεού είναι το πιο βαρύ και το πιο δύσκολο πράγμα
Ενώ είναι εύκολος και χαροποιός.
Ο Χριστός δεν ζητά από μας να εχθρευόμαστε ένας τον άλλον
Είτε να σκοτώνουμε
Είτε να κλέβουμε
Είτε να θυμώνουμε
Είτε να κυνηγάμε να κάνουμε πλούτη με κόπους και με κινδύνους σε στεριά και θάλασσα.
Μήπως αυτά δεν είναι τα πιο δύσκολα και εμείς τα κάνουμε εύκολα από τη κακία μας;
Ακόμα και η λέξη  ''μοχθηρός'' και "μοχθηρία'' δείχνει πως η κακία είναι κουραστική.
Τον σκοτωμό, το κούρσος, το κυνήγι των λεφτών, την εκδίκηση
Τα έχουμε για εύκολα και τα κάνουμε με προθυμία.
Και λέμε δύσκολα και κοπιαστικά, την αγάπη, την ταπείνωση, την ελεημοσύνη
Όλα τα ήμερα και τα καλά, επειδή τα παράγγειλε ο Χριστός.
Ο διάβολος μας κάνει να τα βλέπουμε όλα ανάποδα.

Φώτης  Κόντογλου
http://lllazaros.blogspot.gr/

Πέμπτη, 3 Μαΐου 2012

Ο Αιγαίος Πολιτισμός που ανθίζει στην εποχή του Χαλκού, 2600-1100 π.Χ. περιλαμβάνει μεταξύ άλλων τον Κυκλαδικό, τον Κρητικό-Μινωικό και το Μυκηναϊκό Πολιτισμό.


Στα υλικά κατάλοιπα της εποχής του Χαλκού, όπως στην οικιστική και την ταφική αρχιτεκτονική, την κεραμική, τις τοιχογραφίες, τα εργαλεία, τις σφραγίδες, τα ειδώλια, τα κοσμήματα κ.ά., αποτυπώνονται τα τεχνολογικά επιτεύγματα και η καλλιτεχνική διάθεση των δημιουργών τους και αποκρυπτογραφούνται στοιχεία που αφορούν το φυσικό περιβάλλον, τους τομείς οικονομίας και την κοινωνική σύνθεση των νησιωτικών κοινοτήτων στις διάφορες χρονικές περιόδους. 
Τα τεχνουργήματα των νησιωτών αποπνέουν το ανήσυχο και δημιουργικό τους πνεύμα, την ελευθερία σκέψης και τη φαντασία που εξάπτει ο άγνωστος κόσμος που ανοίγεται πέρα από τα στενά γεωγραφικά όρια κάθε νησιού, συνάμα όμως και τη λιτότητα της ζωής του νησιώτη.
Η εκμετάλλευση των μεταλλωρυχείων των Κυκλάδων και η ανάπτυξη της μεταλλουργίας του μπρούντζου στα νησιά του βορειοανατολικού Αιγαίου ενισχύουν, από τις αρχές της 3ης χιλιετίας π.Χ., ποιοτικά και τυπολογικά την εργαλειοτεχνία, με άμεσες επιπτώσεις στην αγροτική και βιοτεχνική παραγωγή (μαρμαρογλυπτική, ναυπηγική κ.λπ.), καθώς και στις εμπορικές δραστηριότητες.

H κεραμική παραγωγή χαρακτηρίζεται, τόσο στις βορειοαιγαιακές όσο και στις κυκλαδικές της παραλλαγές, από πρωτοτυπία και μεγάλη ποικιλία σχημάτων και διακοσμήσεων, που αποπνέουν τις οικονομικές και κοινωνικές απαιτήσεις των νησιωτικών κοινωνιών, αλλά και τις κατά περιόδους επιδράσεις από την κεραμική της Mικράς Aσίας (Πρώιμη), της μινωικής Κρήτης (Μέση) και της μυκηναϊκής ηπειρωτικής Eλλάδας (Ύστερη Χαλκοκρατία). Σημαντικό σταθμό στην αγγειοπλαστική του Αιγαίου αποτελεί η χρήση του κεραμικού τροχού, που σημειώνεται στα μέσα περίπου της 3ης χιλιετίας.

Ιδιαίτερη σημασία για την τέχνη του προϊστορικού Αιγαίου έχει η ζωγραφική που εκδηλώνεται κατά την Πρωτοκυκλαδική ΙΙ και ΙΙΙ με τη γραπτή διακόσμηση κεραμικών αγγείων, αναπτύσσεται χρωματικά και θεματικά (απόδοση ζωικού και φυτικού κόσμου) κατά τη Μεσοκυκλαδική και κορυφώνεται κατά την Υστεροκυκλαδική Ι στις τοπιογραφικές συνθέσεις και τις ιστορικές σκηνές των τοιχογραφιών του Ακρωτηριού Θήρας.

Ξεχωριστή θέση στη νησιωτική τέχνη της εποχής του Χαλκού κατέχει η μαρμαρογλυπτική της Πρωτοκυκλαδικής ΙΙ, προϊόντα της οποίας είναι τα ποικιλόμορφα αγγεία και τα μαρμάρινα ειδώλια, που διακινούνται ως αντικείμενα "κοινωνικού γοήτρου" σε ολόκληρο το Αιγαίο. Στα ειδώλια αποτυπώνεται εύγλωττα ο ανθρωποκεντρικός χαρακτήρας της κυκλαδικής τέχνης, καθώς και η αναζήτηση του μνημειακού, που αποτυπώνεται στα πρώτα έργα μεγάλης πλαστικής.


ΚΥΚΛΑΔΙΚΗ ΤΕΧΝΗ

‘Υστερα από την εποχή του λίθου οι πρώτες αναλαμπές πολιτισμού στον ελληνικό χώρο εμφανίζονται στα νησιά του Αιγαίου και προπαντός στις Κυκλάδες γύρω στα 3000 π.Χ. Η ιδιότυπη κυκλαδική αρχιτεκτονική συνίσταται σε απλά σπίτια με ακανόνιστο σχήμα, συσπειρωμένα το ένα στο άλλο. Αργότερα κτίζονται πολυτελή σπίτια και επαύλεις που διακοσμούνται εσωτερικά με ωραιότατες τοιχογραφίες, όπως αυτές που βρέθηκαν στη Θήρα, που καταπλήσσουν με τη φρεσκάδα των χρωμάτων και το πλούτο των Θεμάτων.

Οι παραστάσεις με ποικίλα ζώα, πουλιά, ψάρια, φυτά, λουλούδια, με ψαράδες και παιδιά που παίζουν, με ναυτικές εκστρατείες και άλλα Θέματα, υμνούν τη φύση και τραγουδούν τη ζωή. Έγιναν γύρω στα 1500 π.Χ. και φανερώνουν έντονη Μινωική επίδραση.

Πιο πολύ, όμως, ο κυκλαδικός πολιτισμός οφείλει τη φήμη του στην ιδιότυπή του γλυπτική, στα περίφημα κυκλαδικά ειδώλια που είναι μορφές ανδρών και κυρίως γυναικών, έχουν αναθηματικό χαρακτήρα, είναι στιλιζαρισμένα σε μεγάλο βαθμό και καμωμένα από νησιώτικο μάρμαρο. Οι φόρμες είναι γενικά πλακωτές. Το κεφάλι, πλακωτό κι αυτό, γέρνει προς τα πίσω και κόβεται στο κρανίο σ’ επίπεδο. Στο πρόσωπο Κυριαρχεί η μακρόστενη μύτη που προεξέχει αρκετά, ενώ τ’ άλλα χαρακτηριστικά ήταν ζωγραφιστά. Τα πόδια είναι κατά κανόνα κολλητά μεταξύ τους, τα χέρια κολλητά στο σώμα και διπλωμένα κάτω από το στήθος. Μερικά αποτελούνται από πιο σύνθετους όγκους και παριστάνουν μορφές που παίζουν αυλό ή λύρα. Οι καλοδουλεμένες φόρμες, με τη γεωμετρικότητα και τη λειασμένη τους επιφάνεια, δέχονται το φως σ’ ένα απαλό παιγνίδισμα προβάλλο ντας την ιδιότυπή τους ομορφιά. Ακόμη και σύγχρονοι καλλιτέχνες, όπως ο Μπρανκούσι και Μοντιλιάνι, εμπνεύσθηκαν από τη γοητευτική τους αισθητική.

Από την τέχνη της Κύπρου στην εποχή αυτή αξιόλογα είναι τα μικρά «σταυρόσχημα» ειδώλια σε στεατίτη λίθο, τα ειδώλια «διπλών θεοτήτων» καθώς και άλλα γοητευτικά πήλινα ειδώλια που παριστάνουν τη «μητέρα θεά».
http://www.istoriatexnis.1sweethost.com/aigaios.htm

Βυζαντινή τέχνη

Με τον όρο Βυζαντινή τέχνη αναφερόμαστε γενικά στην καλλιτεχνική παραγωγή και έκφραση που αναπτύχθηκε την περίοδο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας μεταξύ του 4ου αιώνα και της άλωσης της Κωνσταντινούπολης το 1453. Η βυζαντινή τέχνη θεωρείται πως γεννήθηκε αρχικά στην πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας Κωνσταντινούπολη, αλλά επεκτάθηκε στο μεγαλύτερο τμήμα του μεσογειακού κόσμου και ανατολικά ως την Αρμενία. Υπήρξε αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης αφενός της αρχαίας ελληνικής παράδοσης και αφετέρου της ανατολικής επίδρασης και θρησκευτικότητας. Με την επικράτηση του Χριστιανισμού, η βυζαντινή τεχνοτροπία χαρακτηρίζεται από τα στοιχεία μιας αμιγώς θρησκευτικής τέχνης, σκοπός της οποίας δεν είναι τόσο η αναζήτηση του κάλλους και της αρμονίας όσο η εσωτερικότητα, ο συμβολισμός και η υποβολή της θρησκευτικής συγκίνησης.

Η βυζαντινή τέχνη έφθασε στο ύψιστο επίπεδο δημιουργικής δύναμης και πρωτοτυπίας κληροδοτώντας στην ανθρωπότητα έργα διαχρονικής αξίας. Η βυζαντινή τέχνη προήλθε από τη γόνιμη σύζευξη της ελληνορωμαϊκής παράδοσης, των ανατολικών επιρροών και της νέας θρησκευτικής πραγματικότητας του χριστιανισμού, ωστόσο ανέπτυξε μια ξεχωριστή και ευδιάκριτη φυσιογνωμία. Τεράστιο ενδιαφέρον παρουσιάζει η βυζαντινή τέχνη και από ιστορικής άποψης, καθώς καθρεπτίζει με μοναδική καθαρότητα τη σύνθεση του βυζαντινού πολιτισμού από διαφορετικά πολιτισμικά στοιχεία, όλα ενωμένα σε ένα τέλειο μίγμα, όπου το σύνολο είναι κάτι περισσότερο από τα μέρη που το συνθέτουν.

Περίοδοι
Οι χαρακτηριστικές καλλιτεχνικές μορφές της βυζαντινής τέχνης άρχισαν να αναπτύσσονται στη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία από τον 4ο αιώνα. Η ίδρυση της Κωνσταντινούπολης το 324 συνδέθηκε με τη δημιουργία ενός μεγάλου νέου καλλιτεχνικόυ κέντρου για το ανατολικό μισό της αυτοκρατορίας και ειδικότερα ένα κέντρο με έντονα χριστιανικά στοιχεία. Μπορούμε να διακρίνουμε τρεις βασικές περιόδους της βυζαντινής τέχνης:
* παλαιοχριστιανική τέχνη και πρωτοβυζαντινή περίοδος(4ος-7ος αιώνας) 324 - 610
* εικονομαχία και μεσοβυζαντινή τέχνη (8ος-12ος αιώνας)
* περίοδος των Παλαιολόγων και ύστερη βυζαντινή τέχνη (13ος-15ος αιώνας).

Παλαιοχριστιανική και Πρωτοβυζαντινή τέχνη
Η πρώτη περίοδος της βυζαντινής τέχνης αποτελεί ένα μεταβατικό διάστημα και χαρακτηρίζεται κατά συνέπεια από μία συνύπαρξη της ρωμαϊκής παράδοσης με τα πρότυπα της ύστερης αρχαιότητας και των χριστιανικών επιδράσεων. Χαρακτηριστική μορφή έκφρασης της παλαιοχριστιανικής αρχιτεκτονικής τέχνης, αποτελεί ένας νέος ρυθμός εκκλησιαστικού ναού, η βασιλική, που συναντάται σε τρεις μορφές, δρομική βασιλική, βασιλική με εγκάρσιο κλίτος και σταυροειδής βασιλική και η οποία στα χρόνια του Ιουστινιανού συνοδεύεται και από την παρουσία τρούλου. Η κατασκευή της Αγίας Σοφίας αποτελεί ίσως το σπουδαιότερο δείγμα, πρότυπο για όλους τους μεταγενέστερους βυζαντινούς ναούς αλλά και σύμβολο εξουσίας της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Ο ημισφαιρικός τρούλος της, στηρίζεται σε τέσσερις ογκώδεις πεσσούς, με τη βοήθεια τεσσάρων ημικυκλικών τόξων. Άλλα σημαντικά κτίσματα επί βασιλείας Ιουστινιανού είναι η βασιλική της Αγίας Ειρήνης και οι ναοί των Αγίων Αποστόλων και Αγίου Ιωάννη στην Έφεσο.

H τέχνη της Πρώιμης Βυζαντινής περιόδου παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη της καλλιτεχνικής δημιουργίας στο Βυζάντιο. Bασικό χαρακτηριστικό της τέχνης των δύο πρώτων αιώνων, μετά την αναγνώριση του χριστιανισμού ως επίσημης θρησκείας του ρωμαϊκού κράτους, υπήρξε ο συγκερασμός του ελληνορωμαϊκού πολιτισμού και του χριστιανικού πνεύματος. Kορύφωμα της Πρώιμης βυζαντινής τέχνης υπήρξε η εποχή του Iουστινιανού A' (527-565). Στη διάρκειά της συντελέστηκε η ουσιαστική σύνθεση των στοιχείων εκείνων που χαρακτήρισαν την καλλιτεχνική δραστηριότητα στους επόμενους αιώνες, δηλαδή της μεγαλοπρέπειας, της αρμονίας και του μέτρου.

"Aπό τους πολυάριθμους ευρωπαϊκούς πολιτισμούς που η αισθητική μας θεωρεί τα μνημεία τους μεγάλα, η βυζαντινή εικαστική τέχνη ήταν η πρώτη που ανακάλυψε την αρχή της ερμηνείας, αντί της αναπαράστασης των νοητών φαινομένων, πράγμα που στην εποχή μας αποτελεί βάση κάθε καλλιτεχνικής δημιουργίας"

Στη ζωγραφική, αν και διατηρείται αρχικά η ελληνιστική θεματολογία (τοπία και συμβολικές αναπαραστάσεις), σταδιακά -- και ειδικότερα στις ανατολικές επαρχίες της αυτοκρατορίας -- αρχίζουν να διακρίνονται και αυστηρά θρησκευτικά θέματα. Χαρακτηριστικό δείγμα παλαιοχριστιανικής ζωγραφικής αποτελούν οι εικόνες, οι τοιχογραφίες και τα διακοσμητικά ψηφιδωτά διαφόρων ναών. Ειδικότερα τα τελευταία, αν και είχαν πρωτοεμφανιστεί και διαμορφωθεί κατά τον 5ο αιώνα π.Χ., κατά τη βυζαντινή περίοδο θεωρείται πως φθάνουν στην μεγαλύτερη ακμή τους. Αρχικά γινόταν χρήση των ψηφιδωτών για την κάλυψη επιφανειών, όπως δαπέδων κατοικιών, ανακτόρων ή ναών καθώς και εσωτερικών τοίχων των εκκλησιαστικών ναών.

Η θεματολογία της διακόσμησης περιλαμβάνει κυρίως θρησκευτικά σύμβολα και θέματα από την Αγία Γραφή, ενώ σπανιότερα απεικονίζονται μυθολογικά αλληγορικά θέματα. Χαρακτηριστικά δείγματα ψηφιδωτών βρίσκονται στο Μαυσωλείο της κόρης του Μεγάλου Κωνσταντίνου, στο ναό της Αγίας Μαρίας της Μείζονος και του Αγίου Πέτρου στη Ρώμη, στο Βαπτιστήριο της Μητροπόλεως στη Νεάπολη αλλά και στο Μαυσωλείο της Γκάλα Πλακιδίας στη Ραβέννα.

H εποχή του Iουστινιανού A' (527-565) υπήρξε το κορύφωμα της Πρώιμης Βυζαντινής τέχνης. Στη διάρκειά της συντελείται η ουσιαστική σύνθεση των στοιχείων εκείνων που θα αποτελέσουν τη βυζαντινή τέχνη: το ρωμαϊκό ιδεώδες της μεγαλοπρέπειας και τεχνικής δεξιοτεχνίας, η ελληνική αίσθηση της αρμονίας και του μέτρου, το ανατολικό πνεύμα της διακοσμητικότητας και φαντασίας.
 
Στον τομέα της αρχιτεκτονικής κάνει την εμφάνισή του ένας νέος αρχιτεκτονικός τύπος, η τρουλαία βασιλική, ενώ σταδιακά τα επιμέρους αρχιτεκτονικά στοιχεία θα απομακρυνθούν από τις παραδόσεις της κλασικής και ελληνιστικής αρχαιότητας. Nέες τάσεις εμφανίζονται και στη γλυπτική, που χαρακτηρίζεται από την απομάκρυνση από τα φυσιοκρατικά πρότυπα των προηγούμενων αιώνων και τη στροφή προς ένα πιο διακοσμητικό ύφος. Σημαντικά επιτεύγματα επίσης έχει να επιδείξει η περίοδος στην τέχνη του ψηφιδωτού, των εικόνων, και των εικονογραφημένων χειρογράφων.

Tέλος, μοναδικής ομορφιάς και τεχνικής τελειότητας είναι τα έργα μικροτεχνίας, αντικείμενα από ελεφαντοστό και πολύτιμα μέταλλα, που σώζονται μέχρι τις μέρες μας.

Παράλληλα με την αρχιτεκτονική και την ζωγραφική, αναπτύσσεται και η μικροτεχνία με βάση υλικά όπως το ελεφαντόδοντο, το χρυσάφι ή το ασήμι, αν και δεν διασώζεται σήμερα μεγάλο μέρος δημιουργιών αυτού του είδους.

Μεσοβυζαντινή περίοδος
Η περίοδος που ξεκίνησε με τη βασιλεία του Ηρακλείου, το 610, και κατέληξε με την άνοδο στο θρόνο της δυναστείας των Μακεδόνων, το 867,αποτελεί μια μεταβατική εποχή για το Βυζάντιο. Οι δύο αιώνες μετά τον Ιουστινιανό και κυρίως το διάστημα 640-843 ονομάζονται στην τέχνη Πρωτοβυζαντινή περίοδος, ορολογία που χρησιμοποιείται με σκοπό να φανερώσει το τέλος της υστερορωμαϊκής παράδοσης και την απαρχή της νέας εποχής, όπου κυριάρχησε η αυστηρά δομημένη, υπερβατική μορφή της τέχνης. Τόσο η διαμάχη που προκάλεσε η μονοενεργητική-μονοθελητικήαίρεση όσο και η εικονομαχική έριδα επηρέασαν έντονα την τέχνη και στάθηκαν αφορμή για την πλούσια συγγραφική παραγωγή του πνευματικού κόσμου.

Tην περίοδο 730-843 η βυζαντινή αυτοκρατορία κλονίζεται από τις έριδες σχετικά με τη λατρεία των θείων μορφών και την απεικόνισή τους στην τέχνη. Στα πλαίσια αυτών, πολλές εικόνες και τοιχογραφίες καταστρέφονται ή αντικαθίστανται από άλλες, με αποκλειστικά διακοσμητικά θέματα, που περιλαμβάνουν την απεικόνιση ζώων, πτηνών, ή γεωμετρικών μορφών καθώς και σταυρών. Μετά την εικονομαχία στην αγιογράφηση των ναών, εφαρμόζεται ένας κοινός κανόνας, αν και όχι πάντα με την ίδια ακρίβεια. Συγκεκριμένα, κάθε μέρος του ναού αποκτά μία συγκεκριμένη συμβολική σημασία και κατά συνέπεια και μία ξεχωριστή θεματολογία στην εικονογράφηση. Κατά αυτό τον τρόπο, στον τρούλο απεικονίζεται ο Θεός που περιβάλλεται από τους Προφήτες ενώ στην αψίδα παριστάνεται η Παναγία είτε κρατώντας το θείο βρέφος είτε μόνη. Στο δεύτερο μισό του 9ου αιώνα και κατά τη διάρκεια του 10ου αιώνα, σημαντική άνθηση γνωρίζουν και τα εικονογραφημένα χειρόγραφα, με μικρογραφίες που διακοσμούν τα θρησκευτικά κυρίως κείμενα.

Από την περίοδο 610-867 σώζονται λίγες εικόνες. Αξίζει να παρατηρήσει κανείς ότι η συμβολή της εικονομαχικής περιόδου είναι αναμφίβολη στη διαμόρφωση του ρόλου των θρησκευτικών εικόνων. Kατά την ίδια περίοδο, η παραγωγή των εικόνων συνεχίστηκε σε περιοχές έξω από το βυζαντινό κράτος, όπου δεν ίσχυαν τα διατάγματα των εικονοκλαστών, γιατί οι περιοχές αυτές βρίσκονταν υπό αραβική κυριαρχία. Το Σινά αποτελεί το μοναδικό κέντρο, όπου η παραγωγή εικόνων, και επομένως και η εξέλιξή τους, δε σταμάτησε ποτέ. Εκεί σώζονται εικόνες που χρονολογούνται στον 7ο και 8ο αιώνα.

Την περίοδο της ύφεσης που παρατηρήθηκε στα χρόνια της εικονομαχίας, διαδέχεται η μεγάλη ακμή της βυζαντινής τέχνης στα χρόνια της Μακεδονικής δυναστείας. Σε αυτή την περίοδο, αναπτύσσεται ιδιαίτερα η αρχιτεκτονική, ενώ επικρατεί ο σταυροειδής με τρούλο ναός, χωρίς να απουσιάζει ωστόσο και ο προγενέστερος τύπος της βασιλικής. Οι εκκλησιαστικοί ναοί διακρίνονται από μεγαλύτερη κομψότητα και είναι λιγότερο λιτοί, χωρίς όμως να αποκλίνουν από τον κυρίως σκοπό της πρόκλησης μίας πνευματικής ανάτασης στους πιστούς. Ένας ακόμα τύπος που εμφανίζεται αυτή την περίοδο είναι ο οκταγωνικός, του οποίου η ονομασία προέρχεται από τη στήριξη του τρούλου που είναι οκταγωνική. Οι ναοί αυτοί διακρίνονται στον ηπειρωτικό και τον νησιωτικό οκταγωνικό τύπο, ονομασίες που προέρχονται από το γεγονός πως τα ανάλογα μνημεία που έχουν σωθεί βρίσκονται στην ηπειρωτική και την νησιωτική Ελλάδα αντίστοιχα. Τα υλικά που κυριαρχούν είναι οι πλίνθοι και οι ακατέργαστες ή λαξευμένες πέτρες, υλικά που εναλλάσσονται προσδίδοντας ένα χαρακτηριστικό αισθητικό αποτέλεσμα.

Η γλυπτική τέχνη είναι άρηκτα συνδεδεμένη με την αρχιτεκτονική και τα περισσότερα έργα που έχουν διασωθεί αποτελούν τμήμα αρχιτεκτονικών κτισμάτων. Τα θέματα των γλυπτών είναι κυρίως γεωμετρικά με έντονα διακοσμητικό χαρακτήρα, ενώ σπανιότερα απεικονίζονται και ανθρώπινες μορφές.

Την Μακεδονική δυναστεία διαδέχτηκε η δυναστεία των Κομνηνών (1057-1185) και συγχρόνως μια δεύτερη περίοδο αναγέννησης της βυζαντινής τέχνης. Το σημαντικότερο ίσως έργο αυτής της περιόδου είναι η βασιλική του Αγίου Μάρκου στη Βενετία, έργο που ξεκίνησε το 1063.

Υστεροβυζαντινή περίοδος
Η ύστερη βυζαντινή τέχνη οριοθετείται από την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους και εκτείνεται χρονικά ως την άλωση της. Την περίοδο αυτή, το Βυζάντιο παύει να αποτελεί το ισχυρό πολιτικό και πολιτιστικό κέντρο της μεσοβυζαντινή εποχή.

Οι αρχιτεκτονικοί τύποι δεν διαφοροποιούνται αισθητά από τα παραδείγματα των προγενέστερων εποχών. Κύριο χαρακτηριστικό τους είναι η μεγαλύτερη ποικιλομορφία, η οποία εκδηλώνεται με τη δημιουργία συνδυαστικών τύπων. Τα είδη ναών που απαντούν κατά την υστεροβυζαντινή περίοδο είναι η βασιλική, ο σταυροειδής εγγεγραμμένος τύπος με τρούλο, ο οκταγωνικός, ο μικτός τύπος και ο σταυρεπίστεγος. Επιπλέον, σε ορισμένα μνημεία, αναγνωρίζονται μορφολογικές επιδράσεις της γοτθικής αρχιτεκτονικής που οφείλονται κυρίως στην επιρροή των Φράγκων, με χαρακτηριστικότερο στοιχείο τις οξυκόρυγες αψίδες.

Οι εικονογραφίες της εποχής ακολουθούν τα πρότυπα της μεσοβυζαντινή εποχής, ενώ παράλληλα εμπλουτίζονται προοδευτικά με θέματα από την παιδική ηλικία και τα πάθη του Χριστού ή το βίο της Παναγίας. Συνηθίζεται επίσης η χρήση παραστάσεων της Παλαιάς Διαθήκης που θεωρούνται ότι προεικονίζουν την Καινή Διαθήκη.

Στη ζωγραφική αυτής περιόδου, εμφανίζονται πιο έντονα φυσιοκρατικά στοιχεία, ενώ αρκετοί καλλιτέχνες επιδιώκουν σταδιακά μία περισσότερο υποκειμενική απόδοση των παραδοσιακών θεμάτων που αναπτύσσουν, με αποτέλεσμα να τονίζονται οι εκφράσεις των προσώπων ή οι κινήσεις των μορφών που απεικονίζονται. Κατά την υστεροβυζαντινή περίοδο η τέχνη της φορητής εικόνας φτάνει στη μεγαλύτερή της ακμή, με πολλές εικόνες να σώζονται μέχρι σήμερα.

H Δυναστεία των Παλαιολόγων που ξεκινά το 1259, αποτελεί ίσως την τελευταία άνθηση της βυζαντινής τέχνης, κυρίως διότι κατά αυτή την περίοδο εντείνεται η αλληλεπίδραση μεταξύ βυζαντινών και Ιταλών καλλιτεχνών.

Η Ζωγραφική τέχνη στο Βυζάντιο εκφράστηκε με τις μικρογραφίες (πάνω σε ιερά και όχι μόνο βιβλία), με τα ψηφιδωτά, τις τοιχογραφίες, τις φορητές εικόνες και τα ψηφιδωτά δάπεδα. Μετά την Εικονομαχία καθιερώνεται για την αγιογράφηση των ναών ένα πρόγραμμα-κανόνας που εφαρμόζεται σε όλους τους ναούς του βυζαντινού κόσμου, όχι όμως πάντα με την ίδια ακρίβεια. Κάθε μέρος του ναού έχει συμβολική σημασία γι΄ αυτό θα έχει και ειδική εικονογράφηση. 
 Ο τρούλος συμβολίζει τον ουρανό με τον Παντοκράτορα περιστοιχισμένο από αγγέλους ή προφήτες. Στην αψίδα του ιερού η Θεοτόκος ανάμεσα στους αρχαγγέλους Μιχαήλ και Γαβριήλ, άλλοτε ορθή Δεομένη, άλλοτε καθιστή Βρεφοκρατούσα. Πιο κάτω, στην αψίδα, εικονίζεται η Κοινωνία των Αποστόλων. Στα λοφία του τρούλου οι Ευαγγελιστές και γύρω στους τοίχους του ναού και του νάρθηκα οι Δεσποτικές Εορτές. Στα άλλα μέρη του ναού οι άγιοι: μάρτυρες, διάκονοι, επίσκοποι, πολεμικοί άγιοι. Παραδείγματα αυτού του εικονογραφικού προγράμματος διατηρούνται στον Όσιο Λουκά στη Φωκίδα, στη Νέα Μονή της Χίου και στην εκκλησία του Δαφνίου στην Αττική.
 
Τα ψηφιδωτά
Τα ψηφιδωτά, καθώς προχωράμε στη μελέτη της παλαιοχριστιανικής αρχιτεκτονικής, είναι ένα άλλο αξιόλογο χαρακτηριστικό της διακόσμησης των ναών. Πρόκειται βέβαια για έναν τύπο δημιουργίας που είχε πρωτοεμφανιστεί και διαμορφωθεί τον 5ο πΧ αιώνα, παρόλα αυτά όμως στο Βυζάντιο έφτασε στην τελείωσή του. Αρχικά γινόταν χρήση των ψηφιδωτών για την κάλυψη επιφανειών, όπως δαπέδων κατοικιών, ανακτόρων, ναών και εσωτερικών τοίχων των χριστιανικών ναών. Τα ψηφιδωτά των δαπέδων ακμάζουν κατά τους αιώνες 4ο, 5ο και 6ο.

Διακοσμητικά θέματα έχουν, πλην του σταυρού και των θεμάτων από την Αγία Γραφή, τα γεωμετρικά σχέδια, φυτά, ζώα με συγκεκριμένες σκηνές κυνηγιού και αλληλοεξόντωσης, ακόμη και μυθολογικά θέματα συμβολικά και αλληγορικά. Τα ψηφιδωτά των τοίχων των ναών θα δώσουν τη μεγαλύτερη άνθιση στο είδος και καθώς συγκρινόμενα με τη ζωγραφική είναι συνθέσεις δύσκολες στην εκτέλεση αλλά και δαπανηρές γι' αυτούς που επιθυμούν την απόκτησή τους, θα βρουν πρόσφορο έδαφος εξαιτίας και των πολιτικών εξελίξεων και της κατίσχυσης του Χριστιανισμού στη Μεσόγειο των παλαιοχριστιανικών χρόνων.

Το χαρακτηριστικό των δημιουργών των ψηφιδωτών αυτών είναι ότι προσπαθούν και το κατορθώνουν να αποδώσουν την πνευματική περισσότερο υπόσταση των μορφών έναντι της σωματικής-υλικής, με έναν τρόπο υπερβατικό και με τονισμό των ματιών, κέντρου του ανθρώπινου ψυχισμού. Χαρακτηριστικά δείγματα ψηφιδωτών της δυτικής τέχνης είναι το Μαυσωλείο της κόρης του Μεγάλου Κωνσταντίνου, ο ναός της Αγίας Μαρίας της Μείζονος και του Αγίου Πέτρου στη Ρώμη, το Βαπτιστήριο της Μητροπόλεως στη Νεάπολη, το Μαυσωλείο της Γκάλα Πλακιδίας στη Ραβέννα.
Η βυζαντινή τέχνη είναι μια καθαρά θρησκευτική τέχνη και διακρίνεται για τον εσωτερισμό, το συμβολισμό, την υπερβατικότητα αλλά και τη συμβατική χρήση των μέσων έκφρασης. Ο συμβατισμός αυτός στηρίζεται σε δυο βασικά γνωρίσματα , 1ο, την αποδοχή τρόπων έκφρασης από την αρχαιότητα που δίνει έμφαση στην φυσική παρουσία της φιγούρας σαν μέσου έκφρασης και διατύπωσης μηνυμάτών και 2ο, κάτω από ανατολίτικες επιδράσεις, τη μεταμόρφωση των αρχαίων τύπων για χάρη μιας συμβολικής και υπερβατικής αποτίμησης της φιγούρας.

Στη μακραίωνη ιστορία της βυζαντινής τέχνης τα δύο αυτά χαρακτηριστικά βρίσκονται συχνά αντιμέτωπα ο εξωτερικός με τον εσωτερικό πνευματικό κόσμο, το ορατό με το αόρατο ασώματο, το φυσικό με το υπερφυσικό, πάντοτε όμως υπερισχύει το εσωτερικό.

‘Ομως η φύση και ο ορατός κόσμος δεν έχουν σοβαρή θέση στη βυζαντινή τέχνη. Ο χώρος στερείται προοπτικής και βάθους δέντρα, σπίτια, πόλεις αποδίδονται σχεδιαγραμματικά συνοπτικά. Στην προσπάθειά της να εξαΰλωση το φυσικό κόσμο η βυζαντινή τέχνη στοχεύει στη μεταβολή του φυσικού κόσμου σε σύμβολα, με την επιπεδοποίηση του όγκου την κατάργηση του βάρους τη μετωπικότητα, την καταστολή του προσωπικού συναισθήματος κτλ.

Πράγματι οι πολύ συγκρατημένες κινήσεις και χειρονομίες το πολύ αυστηρό πνευματικό και υπερκόσμιο ύφος στα πρόσωπα ακόμη και στις δραματικές ή τραγικές σκηνές είναι στοιχεία που δεν επιτρέπουν την έκφραση προσωπικού έντονου συναισθήματος χαράς, λύπης, απόγνωσης, γιατί αυτές οι ψυχικές εκδηλώσεις ταιριάζουν μόνο στη ν παρούσα πρόσκαιρη ζωή, όχι όμως στην αιώνια.

- «... ‘Ενθα ούκ έστι πόνος, ου λύπη, ου στεναγμός αλλά ζωή ατελεύτητος». Αρκετά από τα αυστηρά χαρακτηριστικά της βυζαντινής τέχνης κάνουν την εμφάνισή τους από τους πρώτους κιόλας αιώνες της χριστιανικής τέχνης, ενώ εκτοπίζουν σταδιακά τα δανεισμένα από την ειδωλολατρία στοιχεία μολονότι ποτέ δεν θα μπορέσουν να τα εξοστρακίσουν τελείως. Οι αρχαίοι τύποι έκφρασης θα κάνουν συχνό την εμφάνισή τους, όπως για παράδειγμα στους χρόνους του Ιουστινιανού και στους χρόνους του Κωνσταντίνου VII του Πορφυρογέννητου που ενθαρρύνει τις κλασικές σπουδές.

‘Υστερα από τις πρώτες «εκκλησίες» που στεγάζονταν στις κατακόμβες, οι πρώτοι ναοί κτίζονται στο πρότυπο της ρωμαϊκής βασιλικής ενός στενόμακρου οικοδομήματος, ή στα περίκεντρα κυκλικά οικοδομήματα των ρωμαϊκών χρόνων. ‘Ενας μάλιστα τύπος βυζαντινής βασιλικής, όπως είναι η Αγία Σοφία στην Κωνσταντινούπολη, στολίζεται με τρούλο. Αργότερα αναπτύσσονται κι άλλες ποικίλες κατόψεις που βασίζονται στο σχήμα του σταυρού που συνδυάζουν βαρελοειδείς θόλους, κεντρικό μεγαλοπρεπή τρούλο κι όμορφα επιβλητικά καμπαναριά.

Ενώ οι πρώτες παραστάσεις περιορίζονται σε διάφορα σύμβολα, στον ΙΧΘΥ, την άγκυρα, το παγώνι, την άμπελο και σε άλλα, όπως η συμβολική φιγούρα του καλού ποιμένα ή άλλες ολιγοπροσωπες και δίχως σύνδεση παραστάσεις, στους βυζαντινούς χρόνους οι συνθέσεις γίνονται πολυπρόσωπες και κοσμούν όλο το εσωτερικό των νοών. Είναι ψηφιδωτά και τοιχογραφίες με σκηνές από τη ζωή του Χριστού, της Παναγίας, των Αγίων της εκκλησίας, σκηνές από την Παλαιά Διαθήκη, από τα απόκρυφα συγγράμματα κτλ.

Πλάι στις μνημειακές αυτές συνθέσεις που συναντούμε σ’ όλο το χριστιανικό κόσμο, τη Ραβέννα και την Ιταλία, την Κωνσταντινούπολη, τις Σλαβικές χώρες, την Ελλάδα, Μικρά Ασία, τα νησιά και την Κύπρο, τη χριστιανική Ανατολή ως τη μακρινή Ρωσία, είναι και φορητή εικόνα με ανάλογες παραστάσεις όπως και στις μνημειακές συνθέσεις που αποτελούν μάλιστα αντικείμενα λατρείας.
Η αργυροχοία , χρυσοχοΐα, η υφαντική-κεντητική, αλλά και το ξυλόγλυπτο, απλό ή επιχρυσωμένο, είναι κλάδοι που ανθούν στα βυζαντινά χρόνια και συνδέονται άμεσα με την εκκλησία. Τις τέχνες αυτές συναντούμε στα ιερά σκεύη, στα άμφια, στα περίτεχνα ξυλόγλυπτα εικονοστάσια, προσκυνητάρια, θρόνους, άμβωνες κτλ.

Ενώ η ελληνιστική τέχνη και αργότερα η ρωμαϊκή απελευθερώνει τον καλλιτέχνη, σε κάποιο βαθμό, από την αποκλειστική εξυπηρέτηση της θρησκείας, η εμφάνιση του Χριστιανισμού στα ρωμαϊκά χρόνια βάζει ξανά την τέχνη κάτω από τη σφαίρα επιρροής της θρησκείας, από τα πρώτα κιόλας χρόνια. Τους πρώτους αιώνες της παλαιοχριστιανικής τέχνης θα ακολουθήσουν, τον 4ο αιώνα ως το 15ο αιώνα, η βυζαντινή τέχνη που θα επιβιώσει ως τις μέρες μας, πολύ εξασθενημένη φυσικά, ως βυζαντινή παράδοση.

Η χριστιανική αρχιτεκτονική εκδηλώνεται για πρώτη φορά με τους πρώτους μεγάλους ναούς της Χριστιανοσύνης που εμφανίζονται στη Ρώμη, όταν πια η θρησκεία επισημοποιείται. Αυτές οι εκκλησίες βασίζόνται σε περίκεντρα σχέδια και στο ρωμαϊκό σχέδιο της μακρόστενης βασιλικής. Με την Αγία Σοφία που κτίζει ο Ιουστινιανός στα 532-7 στο Βυζάντιο, λύνεται ένα σπουδαίο αρχιτεκτονικό πρόβλημα, η στήριξη ενός ημισφαιρικού τρούλου πάνω σε τετράγωνη βάση. Η Αγία Σοφία σύντομα γίνεται το σύμβολο της Χριστιανοσύνης, εγκαινιάζει μια λαμπρή περίοδο αρχιτεκτονικής δραστηριότητας και δίνει μάλιστα ένα πρότυπο σχέδιο για μίμηση.

‘Ομως κι άλλα σχέδια εκκλησιών εμφανίζονται εκτός από τη βασιλική με τρούλο. Ο τύπος που τελικά επικρατεί στο δεύτερο μισό του 9ου αιώνα είναι ο σταυροειδής με τρούλο, το σχέδιο που έχει στην τετραγωνική του κάτοψη εγγεγραμμένο τον ελληνικό σταυρό, με δύο βαρελοειδείς θόλους να τέμνονται και να σχηματίζουν σταυρό στο δε σημείο της τομής τους να υψώνεται τρούλος, όπως είναι για παράδειγμα η μικρή εκκλησία του Οσίου Λουκά στη Φωκίδα (11ος αι.)

Στους πολύ πλούσιους ναούς τα δάπεδα, οι κολόνες και σι τοίχοι κοσμούνται με ακριβά πολύχρωμα μάρμαρα, ενώ εξωτερικά οι τοίχοι και τα ανοίγματα των παραθύρων, τα καμπαναριά κτλ. διακοσμούνται με κεραμοπλαστικά στολίσματα. Πρόσθετη ομορφιά προσδίδουν τα μονόλοβα, δίλοβα ή τρίλοβα παράθυρα στους τοίχους και τα μικρότερα παράθυρα στο τύμπανο του τρούλου που αφήνουν το φως να λούζει μυστηριακά το εσωτερικό της εκκλησίας.

Παράλληλα με τη διακόσμηση του εσωτερικού με μάρμαρα και άλλα αρχιτεκτονικά μέσα, οι εκκλησίες στολίζονται με ζωγραφιές, τοιχογραφίες και ψηφιδωτά, με ξυλόγλυπτα εικονοστάσια, θρόνους και προσκυνητάρια, με φορητές εικόνες και άλλα. Οι παραστάσεις από ψηφιδωτά και τοιχογραφίες ιεραρχούνται και έχουν τη δική τους Θέση ανάλογα με το τι απεικονίζουν. Ψηλά στον τρούλο είναι η μορφή του Χριστού-Παντοκράτορα: στο θόλο ή ψηλά στους τοίχους σκηνές από τη ζωή του Χριστού και της Παναγίας, πιο χαμηλά παραστάσεις αγίων κτλ., ενώ στο τεταρτοσφαίριο του ιερού απεικονίζεται η Θεοτόκος δεόμενη, όρθια με υψωμένο τα χέρια ή καθιστή σε θρόνο.

Η χριστιανική τέχνη γενικά από την πρώτη κιόλας φάση της, την παλαιοχριστιανική, παρουσιάζεται λιτή, συμβολική, εσωτερική. Κι αυτό είναι απόλυτα κατανοητό, γιατί η νέα θρησκεία προετοιμάζει τον άνθρωπο για την πραγματική, αιώνια ζωή που είναι πνευματική, άυλη και υπερκόσμια. Μερικά από τα πιο γνωστά σύμβολα που πρώτο χρησιμοποιήθηκαν και που επέζησαν για αιώνες είναι ο ιχθύς, το μονόγραμμα Χ Ρ, η άγκυρα, το πλοίο, η άμπελος, ο καλός ποιμήν κτλ. ‘Οσο κι αν η νέα θρησκεία είναι διαμετρικά αντίθετη προς την κρατούσα ειδωλολατρική κι όσο κι αν η χριστιανική τέχνη θέλει να εκφράσει μια κοσμοθεωρία με καινούρια εικαστική γλώσσα, αυτό δε θα το πετύχει ολοκληρωτικά κι απόλυτα, σχεδόν ποτέ, πολύ δε περισσότερο στους πρώτους αιώνες. Οι τύποι της αρχαιότητας θα κάνουν πάντα την εμφάνισή τους, ανεπαίσθητα ή αισθητά και θα σμίγουν με τους νέους τύπους.

‘Ετσι οι τοιχογραφίες, τα ψηφιδωτά και οι ανάγλυφες σαρκοφάγοι του 3ου και 4ου αιώνα, ιδίως στη Δύση (Ρώμη), αποκαλύπτουν ακριβώς μια παλαιοχριστιανική τέχνη όχι απλώς επηρεασμένη αλλά βασισμένη σε παγανιστικά πρότυπα. Ο Χριστός για παράδειγμα στα πρώτα αυτά έργα παριστάνεται νεαρός και αγένειος σαν αρχαίος έφηβος. Σ’ ένα μάλιστα ψηφιδωτό, αρχές 4ου αι., στο υπόγειο του Αγίου Πέτρου στη Ρώμη, ο Χριστός παριστάνεται σαν ήλιος σε άρμα που σέρνουν άλογα, μια ακόμα έκδοση του Απόλλωνα, ενώ παραστάσεις του «Καλού Ποιμένα» Θυμίζουν το «Μοσχοφόρο» της αρχαϊκής τέχνης· άλλες παραστάσεις του Δαβίδ με το λιοντάρι έλκουν μια μακρινή καταγωγή από τη Μεσοποταμία μέσω της αρχαίας Ελλάδας. Ακόμα και οι απεικονίσεις αγίων Θυμίζουν αρχαίους φιλοσόφους.

http://www.istoriatexnis.1sweethost.com/byzantini.htm